Εθιμα & Παραδόσεις

Η Καλλιέργια Του Καλαμποκιού Στη Στρέζοβα

 Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ (ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΥ) ΣΤΗ ΣΤΡΕΖΟΒΑ

 

Η καλλιέργεια για τα όψιμα αραποσίτια άρχιζε κατά τον Μάρτιο. Τότε όργωναν το χωράφι με τα βόδια (το ζευγάρι), αλλά επειδή με το όργωμα δεν σκορπάει το χώμα, και αφήνει μάζες, κατά την άνοιξη, με τη μεγάλη ζέστη του ηλίου, που ξεραινότανε, τις έσπαγαν με τα ξινάρια. Κατόπιν το ξαναόργωναν, αλλά από την αντίθετη πλευρά, σταυρωτά δηλαδή, για να κόβεται καλά το χώμα. Αυτό το έλεγαν «διβόλισμα». Και κατά τα τέλη Μαΐου το σπέρνουνε.

Ο σπαρτός (ο σπόρος) του καλαμποκιού δεν σπέρνεται όπως το σιτάρι, με το δισάκι στον ώμο, αλλά με άλλον τρόπο. Μόνο τα φασόλια θα σπείρει σαν το σιτάρι, αλλά πολύ αραιά (αργιά).

Για το καλαμπόκι (ραποσίτι όπως το λένε), αφού «ζέψει» το ζευγάρι ο γεωργός, (ο σποριάς), μπροστά πηγαίνει ο ζευγάς με το ζευγάρι και πίσω ακολουθεί ένας, ο οποίος ρίχνει το σπόρο ένα ένα σπειρί μέσα στην αυλακιά, ανά είκοσι-τριάντα πόντους περίπου τον έναν σπόρο από τον άλλον. Και τούτο γίνεται για να μη φυτρώσει δασύ.

 

ΤΟ ΣΒΑΡΝΙΣΜΑ

 

Άμα τελειώσει ο σπαρτός του χωραφιού, ο ζευγολάτης, θα το «σβαρνίσει» το χωράφι. Πολύ παλαιότερα το «σβάρνισμα» γινότανε με μια μεγάλη κλάρα δένδρου, ως επί το πλείστον πουρναρίσια, την οποία, όπως ήτανε ζεγμένο το ζευγάρι, έβγαζε το αλέτρι μόνον και την έδενε την κλάρα στο ζυγό, ανέβαινε απάνω στην κλάρα και τα βόδια τραβούσαν την κλάρα και τον ζευγά. Δι’ αυτού του τρόπου εκαλύπτοντο με χώμα οι σπόροι, έσπαγαν οι μικρές μάζες, που είχαν μείνει και γινόταν λείο και ίσιο (επίπεδο) το χωράφι. Αργότερα η κλάρα αντικατεστάθη με σανίδα και σήμερα είναι σιδερένια.

Μετά το σβάρνισμα ξανάβαζε το αλέτρι στα βόδια ο ζευγάς και τραβούσε αυλακιές, προκειμένου να το χωρίσει σε «Κοτίχια» (βραγιές). Το χώρισμα σε κοτίχια γινότανε για την ευκολία του ποτίσματος, (να μην σκορπάει το νερό χωρίς σύστημα και δεν τιθασεύεται) αργότερα, που θα χρειαζότανε πότισμα και για να κρατάει το νερό μέσα.

Σε μια γωνιά του χωραφιού φύτευαν νωρίτερα το κρεμμύδι, την τομάτα, κολοκυθιές και καμιά αγγουριά.

Εκτός από το ραποσίτι αυτό, το ποτιστικό, έσπερναν και ξερικό, με ειδικό σπόρο, που δεν χρειαζότανε πότισμα. Αυτό τόσπερναν στα ξεροχώραφα, αλλά πρώιμο, δηλαδή κατά τα τέλη Μαρτίου. Αυτό ήταν πιο γλυκό και πιο νόστιμο το ψωμί του, όπως άλλωστε όλα τα ξερικά προϊόντα.

Μετά το σπαρτό των οψίμων ραποσιτιών, έβγαζαν το αυλάκι (τη «γράνα» ή καταπότη) όπως το έλεγαν, από όπου θα ήρχετο το νερό, για να ποτίζουν. Ο καθένας έβγαζε το δικό του. Κατόπιν έπρεπε να βάλουν τη «δέση» στα ποτάμια. Την μεν δέση για τον κάμπο του Μετοχιού, την έβγαζαν από το Λάδωνα ποταμό, την δε για τα Κουβέλια και Κατσιρονιές, από τον Πάιο, παραπόταμο του Λάδωνος.

 

Η ΔΕΣΗ

 

Η δέση έμπαινε ως εξής: Έμπηγαν παλούκια, λοξά-λοξά στην κοίτη του ποταμού και κατόπιν τα έπλεκαν με κλαδιά ιτιάς και πλατανιού, ούτως ώστε καράβωνε το νερό (ελίμναζε) και πήγαινε στο αυλάκι, που είχαν βγάλει νωρίτερα. Εννοείται ότι για να έχει επαρκή κλίση και να τρέχει ελεύθερα το νερό, αλλά και αρκετά σιγά ώστε να μην γδέρνει τον τόπο και να προφτάνουν να χορτάσουν νερό τα χωράφια, έπαιρναν το νερό από πολύ ψηλά και το αυλάκι είχε από αιώνων χαραγμένη και διαρκώς βελτιούμενη διαδρομή, ώστε να περνάει από όλα τα μέρη και να παίρνουν, με διακλαδώσεις αρδευτικών αυλάκων, όσο γίνεται περισσότερα χωράφια νερό.

Στο βάλσιμο της δέσης πήγαιναν και μετείχαν όλοι όσοι θα επότιζαν από το νερό αυτό και κανονιζόταν κατόπιν αποφάσεως της Δημογεροντίας παλαιότερα και τελευταίως από τη Δημοτική αρχή.

 

ΤΕΛΑΛΗΣ

 

Προκειμένου να το μάθουν οι κάτοικοι, έβγαινε από τις προηγούμενες ημέρες το βράδυ ο τελάλης (κήρυξ) στην Αγιά-Τριάδα και στον Αϊ-Χαράλαμπο, αφού πρώτα χτύπαγε τις καμπάνες των εκκλησιών. Οι κάτοικοι, γνωρίζοντας το σημείο της καμπάνας έκαναν ησυχία, προκειμένου ν’ ακούσουν τι θα προφωνάξει ο τελάλης. Αυτός άρχιζε:

― Ακούστε ρεεε... Αργότερα φώναζε: Ακούστε κύριοιοιοι... Όσοι έχουν χωράφια (π.χ.) στην Πλύστρα... Την Τετάρτη - με ένα - ξινάρι - και από - ένα - παλούκι... να πάνε - στα Νησιά - να βάλουν - τη Δέσηηηη.

Αυτό το έλεγε δυό-τρεις φορές, για να το ακούσουν καλά όλοι.

 

ΣΚΑΛΙΣΜΑ - ΞΕΛΑΣΙ - ΔΑΝΕΙΚΟΛΟΪ

 

Ένα μήνα από το σπαρτό του αραποσιτιού, πηγαίνουν και το σκαλίζουν, με τα πλατιά ξινάρια, μαζεύοντας το χώμα στη ρίζα της αραποσιτιάς σε μικρό σωρό, για να κρατούν οι ρίζες υγρασία. Κατά το σκάλισμα γίνεται και το σχετικό άριεμα, γιατί άμα είναι δασύ, θα μείνουν στερφάδια και δεν θα φέρουν καρπούς.

Το σκάλισμα δεν το έκαναν μόνοι τους ο κάθε γεωργός, αλλά μά- ζευε ξέλασι. Δηλαδή και άλλα άτομα που μπορεί να ήσαντε μισθωτοί, μπορεί όμως και να πήγαινε ο νοικοκύρης άλλη ημέρα και σ’ αυτούς, δανεικολόι ή μπορεί και απλώς να πήγαιναν ξελασίτες για να βοηθήσουν. Σε τέτοιου είδους βοήθεια ήσαντε ταχτικοί οι Στρεζοβινοί, φιλόστοργοι, φιλότιμοι και φιλόπονοι σε όλες τις δουλειές, ιδίως στις χήρες και σε ανθρώπους που τους βρήκε μια αρρώστια ή μια άλλη συμφορά. Σ’ αυτούς θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν ακόμη κι αν ήταν εποχή που δεν το επέτρεπαν οι δουλειές. Αλλά τότε έκαναν το Σταυρό τους, ζητώντας συγχώρεση και πήγαιναν την Κυριακή, και βοηθούσαν τον αδύνατο. Σε καμιά άλλη περίπτωση δεν πήγαιναν γιορτή ή Κυριακή για δουλειά, εκτός απ’ την ανωτέρω. Επίσης δεν έκαναν αρχή δουλειάς ημέρα Τρίτη. Το θεωρούσαν κακό. Πίστευαν ότι θα πάθουν ζημιά. Αυτό συνδέεται με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως που έγινε ημέρα Τρίτη και θεωρούσαν την ημέρα αυτή κακιά αφού έπεσε η βασιλεύουσα στους Τούρκους και πενθούσαν. Δεν έκαναν αρχή εργασίας.

 

 

ΤΟ ΠΟΤΙΣΜΑ - ΝΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

Μετά το σκάλισμα και αφού περάσουν μερικές ημέρες, το ραποσίτι θέλει πότισμα. Για να γίνεται το πότισμα με τη σειρά, διόριζαν ένα νεροπούλο, ο οποίος κανόνιζε να ποτίζονται τα κτήματα με τη σειρά. Μόλις πότιζε ο πρώτος, ειδοποιούσε τον δεύτερο να πάει να ποτίσει και μετά τον τρίτο, έως τον τελευταίο, και πάλι από την αρχή, ανεξάρτητα αν σε ορισμένους έπεφτε νύχτα για να ποτίσουν, διότι ο νεροπούλος το κανόνιζε, ώστε κάποιος να ποτίζει καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου.

Εκτός από τον νεροπούλο, διόριζαν και τον δραγάτη (φύλακα), ο οποίος φύλαγε τ’ αραποσίτια από πρόβατα, γελάδια και πολύ περισσότερο από κλέφτες. Ο δραγάτης και ο νεροπούλος, αμείβοντο από τους κτηματίες, βάσει ποσοστού. Είχαν ένα στρογγυλό αντικείμενο ξύλινο, σαν την καυκιά (πρέδα το όνομά του), που έπιανε περίπου 3 οκάδες και έπαιρναν δύο ή και τρία τέτοια στο στρέμμα.

 

ΚΛΕΨΙΕΣ - ΔΡΑΓΑΤΗΣ

 

Κατ’ αρχήν γινόσαντε κλεψιές στα φασόλια, τα χαρόνια (τα λεγόμενα μαυρομάτικα) και στα ήμερα (ή πλατιά). Άμα γινόσαντε τα φασόλια, πήγαιναν οι νοικοκυράδες και τα μάζευαν. Καθώς όμως ήσαντε τ’ αραποσίτια ψηλά, ορισμένες, μάζευαν κι από τα ξένα, διότι τις εκάλυπτε τ’ αραποσίτι και δεν φαινόσαντε. Γι’ αυτό ο δραγάτης περιόδευε συνέχεια μέσα στα χωράφια, αλλά και κατασκόπευε από ψηλά από τη δραγάτα (ή τσιατούρα) του φωνάζοντας κάθε τόσο για εκφοβισμό.

Άλλες κλεψιές γινόσαντε στ’ αραποσίτια. Άμα ψωμώσουν τ’ αραποσίτια τα έκλεβαν για ψήσιμο στη φωτιά. Συνήθως επεδίδοντο σ’ αυτήν την κλεψιά πιο πολύ τα τσοπανόπουλα. Αφού πότιζαν τα αιγο- πρόβατά τους στα ποτάμια, γλιστρούσαν στ’ αραποσίτια, γέμιζαν τους κόρφους τους και έφευγαν με τα κοπάδια τους μαζί κι αφού έφταναν μακριά, άναβαν φωτιά και τα έψεναν. Πολλές φορές όμως τύχαινε να συλληφτούνε από το δραγάτη και τότε αλίμονο. Τους έβαζε και αλώνιζαν ξυπόλυτοι τα αγκάθια, τις αφαλαρίδες.

 

ΚΟΡΦΑΔΕΣ

 

Όταν ωριμάσει το αραποσίτι το κορφαδιάζουν. Κόβουν δηλαδή τις κορ(υ)φάδες της αραποσιτιάς, από το σημείο που πέταξε καλαμπόκι κι απάνω. Αυτές τις κορφάδες τις λιάζουνε, για να φάνε τα ζώα το χειμώνα (άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, γιδοπρόβατα). Ύστερα μαζεύουν και τα φύλλα αραποσιτιάς, με το σκοπό να βλέπει - ο ήλιος τα αραποσίτια και να ξεραθούν.

 

ΘΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΑΠΟΣΙΤΟΥ

 

Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου αρχίζουν το θέρο τ’ αραποσιτιού. Ο θέρος γίνεται ορισμένη ημέρα, που την όριζε η Δημογεροντία (Δημοτική αρχή) με σκοπό να μη γίνεται σύγχυση με τους βοσκούς που θα απόλαγαν έπειτα τα γιδοπρόβατα να βοσκήσουν.

Όσοι είχαν πολλά κτήματα εμάζευαν ξέλαση για το θέρο. Άλλοι εργάτες θέριζαν τ’ αραποσίτια και τάριχναν σε μεγάλες κοφίνες, και άλλοι τα κουβαλούσαν, τις γεμάτες κοφίνες στην άκρη του χωραφιού, κάτω από το πλατάνι σε σωρό. Από εκεί τα έβαζαν στα σακκιά και, με τα ζα, τα μετέφεραν στο σπίτι. Ο δραγάτης φώναζε από ψηλά την ημέρα εκείνη:

― Χρόνια πολλά, ρέεε και πυροβολούσε στον αέρα με την κουμπούρα...

Όταν τελείωνε ο θέρος, τα χωράφια τ’ απολυσιωνιάζανε και γέμιζε ο κάμπος στο Μετόχι από γίδια, πρόβατα, άλογα, γελάδια, μουλάρια και γαϊδούρια, που μέσα σε λίγες ώρες κατέτρωγαν τα χλωρά και άλλαζε όψη ο τόπος, και σε λίγες ημέρες τα είχαν κάνει όλα ίσιωμα, σωστό ζωοπανήγυρο και ασυδοσία. Χαλούσαν οι γράνες, πετσόκοβαν τα κλαρικά (κορομηλιές κλπ.) έτσι που δεν μπορούσε να βλογήσει οπωρικό ποτέ στο Μετόχι. Γι’ αυτό και δεν είχαν φρούτα εκεί.

 

Ο ΞΕΦΥΛΛΟΣ

 

Αφού συγκέντρωναν τ’ αραποσίτια στο χωριό, έπρεπε να τα ξεφυλλίσουν. Στον ξέφυλλο μάζευαν πάλιν (ε)ξέλαση. Αυτή η δουλειά γινόταν πάντα το βράδυ, από τις 8 η ώρα και μετά. Το ξεφύλλισμα γινόταν ως εξής:

Έβγαζαν το πούσι (ξερό φύλλο γύρω από την «κούκλα» του καλαμποκιού) και του άφηναν μόνο δυό-τρία φύλλα, με τα οποία έπλεκαν σε πλέχτρες τα αραποσίτια, που τις λέγανε πλεξάνες (μεγάλες - ογκώδεις πλεξίδες). Τις πλέχτρες αυτές τις κρέμαγαν μετά το πλέξιμο στα πατερά του σπιτιού, για να ξεραθεί ο καρπός.

Παρ’ όλον που ο ξέφυλλος γινόταν τη νύχτα, τούτες τις νύχτες τις περίμεναν με κάποια ιδιαίτερη χαρά, διότι καθ’ όλην την νύχτα, τα παραμύθια, τα κουτσομπολιά, και τα αστεία, έπεφτε που και που, κατά -λάθος- εξεπίτηδες, και κανένα αραποσίτι στα κεφάλια, έτσι στ’ αστεία, σαν αραποσιτοπόλεμος, που άμα άρχιζε δεν είχε τελειωμό. (Αυτά ήσαν επιδείξεις αντριοσύνης, σκοποβολής και εξυπνάδες εκ μέρους των νεαρών προς τις κοπέλες, στις οποίες έριχναν που και που καμιά μπιρμπίλα μικρή, έτσι για χαιρετίσματα και ένδειξη ερωτικής δειλής προτιμήσεως).

Εκτός από τέτοια ανέκδοτα και αστεία, με υπονοούμενα καμιά φορά, αλλά και με αθώα διάθεση έστω με χοντροκομμένο τρόπο, πρώτευε πάντοτε το τραγούδι. Αφού έτρωγαν κατά τα μεσάνυχτα, γίδα βραστή, έπιναν κρασάκι κεχριμπαρένιο και άναβε το τραγούδι. Εδονείτο το χωριό από τη μουσική.

 



Το Πανηγύρι της Δάφνης στις Μουριές

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΙΣ ΜΟΥΡΙΕΣ

 

Το πανηγύρι στη Δάφνη και σε όλα τα χωριά των Καλαβρύτων εθεωρείτο σαν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές κάθε χρονιάς, από πλευράς εμπορικής συναλλαγής και ψυχαγωγίας. Κατά τις ημέρες του πανηγυριού, οι κάτοικοι δεν πήγαιναν σε καμιά δουλειά. Άφηναν τον εαυτό τους ελεύθερο από κάθε σκοτούρα της καθημερινής ζωής και από κάθε νιτερέσιο. Ακόμη και οι τσοπάνηδες άφηναν την καθημερινή ρουτίνα της βοσκής των γιδοπροβάτων και έφθαναν στο σημείο του «αφειδαντίου κλήρου», για το ποιος θα πήγαινε το πρωί στο πανηγύρι και ποιος το απόγευμα.

 

ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ - ΕΘΙΜΑ

Τις ημέρες αυτές θα συναντούσαν οι κάτοικοι τους φίλους, κουμ-πάρους, γνωστούς και αγνώστους, από τα γύρω χωριά, για να τους πάρουν στα σπίτια τους, να τους φιλοξενήσουν. Δεν είχε σημασία αν ήταν ξένος ή άγνωστος. Το έθιμο πρόβλεπε ότι έπρεπε να φιλοξενηθεί και η φιλοξενία δεν γινόταν μόνον κατά τις ημέρες του πανηγυριού, αλλά και όποια άλλη ημέρα τύχαινε.

 

8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στη Στρέζοβα, το πανηγύρι εορτάζεται από παλαιότερους χρόνους, στις 8 Σεπτεμβρίου και είναι διαρκείας 3 ημερών, με εορτή το Γεννέσιον της Θεοτόκου και εις την θέση «Μουριές» ή Άγιος Δημήτριος, όπου ο δρόμος της εισόδου του χωριού. Παλαιότερα στην ακμή του το πανηγύρι γινόταν στις «Μουριές» όπου φυτεύτηκαν αργότερα αμπέλια. Γι’ αυτό αποπάνω από το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου και κάτω από το ση- μερινό Γυμνάσιο είχε φτιάσει μεταγενεστέρως η τοπική Αρχή ειδικό επιμήκη χώρο με τοίχους και στέγαστρο, τον οποίο ονόμαζαν «Πανη- γυρίστρα», προοριζόμενο για τις παράγκες, που άρχιζαν να τις φτιάνουν από τις 5 του μηνός.

 

Η ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Οι έμποροι υφασμάτων πουλούσαν χασέδες για φουστανέλλες, δίμιτο για σώβρακα και πουκαμίσες, τσόχες για γιλέκα, γυναικεία φο- ρέματα, κ.λπ. Δίπλα από τα εμπορικά ήταν οι ΦΑΝΑΡΑΔΕΣ που που- λούσαν πετρολύχναρα, φανάρια, κρισάρες, κόσκινα, μπουγέλα (δοχεία) για το γάλα, λαδικά, λεγόμενα ροΐ, δρυμόνια, σουρωτήρια και γλάστρες για το ψήσιμο του ψωμιού, μπομπότας ή φαγητού.

Δίπλα ήταν τα ΓΥΑΛΟΠΩΛΕΙΑ με την σημερινή έννοια, με τις μουρχούτες, τα πιάτα, τις ταρίνες, λαΐνια, κανάτια όλα αυτά πήλινα. Που και που έκανε την εμφάνισή του και κανένας μαστραπάς γυάλινες, καθρέφτες, μπουκάλες 500άρες, 100ρες και άλλα που διαλαλούσαν. Παραπλεύρως των υαλοπωλείων ήταν τα ΣΑΡΑΤΣΙΚΑ, τσαγγάρικα για τσαρούχια με τις φούντες (κόκκινες και μαύρες). Αργότερα είχαν παπούτσια με βακέττα, με καουτσούκ τέλος, που είχαν πισώλουρα και σκαρπίνια αδιάβροχα. Είχαν επίσης μπαλτιμοκάπουλα, σκάλες (αναβολείς) με σπιρούνια, καπιστράνες (χαλινούς), χάνακες (περιλαίμια) με χάντρες και άλλα. Απέναντι των ανωτέρω είχαν θέση τα ΜΑΛΛΙΑ, οι κοζιές, στιβαγμένα τα ποκάρια, το ένα απάνω στο άλλο, σαν τρόχαλος και διαλαλούσαν:

― Εδώ τα καλά μαλλιά... Μαλλιά μετάξι... Κοσιάρι και ποκάρι... Δίπλα έπαιρναν θέση τα ΤΣΟΚΑΝΟ-ΚΟΥΔΟΥΝΑ, που όλο και τα κτυπούσαν και τα διαλαλούσαν. Πιο πέρα τη θέση την κράταγαν τα ΧΑΛΚΩΜΑΤΑ, λεβέτια, τσουκάλια, κλπ. Σε ένα δέντρο είχαν κρεμάσει ένα καντάρι, από όπου ζύγιαζαν τα χαλκώματα και όλο διαλαλούσαν:

― Εδώ το καθαρό χάλκωμα... Περάστε κόσμε και μην παίρνετε... Κάτω απ’ την Πανηγυρίστρα, επάνω στο δρόμο και αριστερά προς την είσοδο του χωριού έπαιρναν θέση τα ΓΥΦΤΙΚΑ - οι ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΟΙ με τα γεωργικά εργαλεία: Κασμάδες, ξινάρια, τσεκούρια, κ.λπ. και δια- λαλούσαν:

― Εδώ το καθαρό ατσάλι... Όποιος παίρνει δεν ξαναπαίρνει... Παραπλεύρως από τα γύφτικα και κάτω από τον πλάτανο, τη θέση έπαιρναν τα ΨΙΛΙΚΑΤΖΙΔΙΚΑ με τις βελόνες, καρφίτσες, κουβαρίστρες, κουμπιά, μεταξωτές κλωστές για κεντήματα, τιράντες με φιλντισένιες αγκράφες, τσατσάρες, χτένια φιλντισένια, διαλαλώντας και αυτοί την πραμάτεια τους. Κοντά στη βρύση ήταν τα ΛΟΥΚΟΥΜΑΤΖΙΔΙΚΑ, που διαλαλώντας με τις διαπεραστικές φωνές τους:

― Λουκουμάκι και νερό, ένα φράγκο και τα δυό... προσήλκυαν ως επί το πλείστον τις γυναίκες και τα παιδιά.

Στη δεξιά πλευρά του δρόμου τη θέση έπαιρναν τα ΠΑΤΣΑΤΖΙΔΙΚΑ, πρόχειρα εστιατόρια, που έφτιαναν πατσά, κρέας βραστό, σπληνάντερο και γουρουνόπουλα σουβλιστά.

 

Ο ΧΟΡΟΣ - ΤΟ ΚΕΦΙ - ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ

Μετά τις ταβέρνες ήταν τα ΚΕΝΤΡΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΩΣ, διάσπαρτα δεξιά και αριστερά του δρόμου, με τα «βιολιά» όπως τα έλεγαν, που αποτελούντο από βιολί, κλαρίνο, σαντούρι, λαούτο και νταούλι. Δεν έλειπαν και οι γύφτοι με τις καραμούζες και τα νταούλια. Στα κέντρα αυτά κάθονταν όλος αυτός ο κόσμος το απόγιομα. Έπαιρναν το καραφάκι που σερβίριζε το κέντρο ή βανίλια ή λουκούμι. Έδιναν την παραγγελία στα όργανα για να χορέψουν και μία-μία οι παρέες χόρευαν. Κάθε χορευτής χόρευε δυό τραγούδια, ένα Τσάμικο κι ένα Συρτό, αφού στα ενδιάμεσα του χορού έριχναν όσα χρήματα ήθελαν στα όργανα. Αργότερα βγήκαν τα χάρτινα νομίσματα και οι πιο κεφωμένοι τα κόλλαγαν στο μέτωπο του κλαριτζή ή του ταβουλιάρη.

 

ΖΩΟΠΑΝΗΓΥΡΙΣ

Μεταξύ των δύο εισόδων του χωριού, του άνω και του κάτω δρόμου, μεταξύ Αϊ-Θανάση και Σειρήνας ήταν ΤΟ ΖΩΟΠΑΝΗΓΥΡΟ. Χιλιάδες ζώων μετεφέροντο για πούλημα: γαϊδούρια, μουλάρια, άλογα, αγελάδια, πάσης ηλικίας. Εκείνοι που έκαναν μεγάλη εντύπωση, κατά τον ερχομό τους και κατά την πώληση, ήταν οι Τσαμπάσηδες. Πολλοί απ’ αυτούς έρχονταν από τον Έπαχτο (Ναύπακτος). Αυτοί είχαν μια φοράδα με μια μεγάλη κουδούνα στο λαιμό, στολισμένη με χανάκες, με χάντρες και με ζίλια, με κουτελιές (από ασβότριχες ή χάνδρες) και πίσω της την ακολουθούσαν 10-20 μουλαρόπουλα, που τα είχαν μάθει να την αναγνωρίζουν σαν μάνα τους. Ως σημείο αναγνωρίσεως, για τα ζώα που επωλούντο, εχρησιμοποιείτο μια κορφάδα αραποσιτιάς μπηγ- μένη όρθια στο σαμάρι ή στην καπιστράνα.

Πρώτη δουλειά του αγοραστού ήταν «να κοιτάξει το ζώον στα δόντια». Τα μεν μεγάλα, αν έχουν όλα τους τα δόντια, για να μπορούν να τρώνε, και για τα μικρά, αν είναι καλά τα δόντια τους, να μην είναι «λαγοδόντικο» και δεν μπορεί να φάει. Επίσης τα καβαλίκευαν και τα χτύπαγαν με το καμουτσίκι, για να δοκιμάσουν κατά πόσο τρέχουν.

Στη ζωοπανήγυρη δεν άκουγες τίποτε άλλο από χλιμιτρίσματα των αλόγων και μουγκρίσματα των βοδιών.

Τα ζώα δεν τα διαλαλούσαν. Ντόπια όμως παιδιά διαλαλούσαν το χόρτο που πουλούσαν:

― Κορφάδες, μουχρίτσα, ένα τάλληρο το δεμάτι. Πάρτε για τα ζώα σας. Το πότισμα των ζώων γινόταν στη μοναδική της Στρεζόβης Βρύση με άφθονο πηγαίο ελαφρό νερό του Αγίου Δημητρίου, όπου τα πήγαιναν με κάποια σειρά για να αποφεύγεται φασαρία στο πανηγύρι.



ΣΤ' ΑΠΑΝ' ΑΜΠΕΛΙΑ - ΣΤΟ ΜΑΥΡΙΜΗ 3

 

Ο ΤΡΥΓΟΣ

 

            Επειδή συνέπιπτε ο τρύγος με το θέρισμα των αραποσιτιών και οι δουλειές ήταν πολλές και μάλιστα στην εποχή του Πολέμου 1912- 13, που έλειπαν οι άνδρες στο στρατό, βγήκε η παροιμιώδης φράση:

Θέρος - Τρύγος - Πόλεμος... Μολονότι αυτό μπορεί να σημαίνει συναγερμό εργατικότητος και πανστρατιά των κατοίκων όπως στον πόλεμο.

Άμα τα σταφύλια «γίνουν», ο Δήμαρχος, εν συνεννοήσει με τους δραγάτες, τους κτηνοτρόφους και τους παλαιούς αμπελουργούς και κατόπιν αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου (της Δημογεροντίας παλαιότερα, που αντιπροσώπευε όλων τα συμφέροντα και γνώριζε τα έθιμα και τις καιρικές συνθήκες και τις επιπτώσεις στην καθόλου οικονομία της περιοχής), ορίζουν ημέρα ενάρξεως του τρύγου. Αυτό γίνεται και σήμερα.

Παλαιότερα προφώναζε ο κήρυκας του χωριού, με την εξής δια- δικασία: Κτύπαγε το βράδυ την καμπάνα, όχι με εκκλησιαστικό ρυθμό, αλλά απλά, έβγαινε στο προαύλιο της Αγίας Τριάδος ή στου Αγίου Χαραλάμπους και στο Καταράχι και φώναζε προς όλες τις κα- τευθύνσεις, τρεις φορές:

― Ακούστε ρεεε!... (Τώρα λένε από τα μεγάφωνα: Ακούστε Κύ- ριοιοιοι) Αύ-ρι-ο θα πάμε για τρύγοοο στα - Πά-νω Α-μπέ-λια ρέεεε...

Ο τρύγος διαρκούσε και τρεις και τέσσερες ημέρες, για ορισμένους, που είχαν περισσότερα αμπέλια.

Το πρωί σωστό πανηγύρι ήταν στις στράτες (από το λατινικό Strata) του χωριού (Στράτες λέμε τους αγροτικούς πλατείς δρόμους, τους ξανοιγμένους και όχι τα μονοπάτια). Ζώα, φορτωμένα με πατητήρες και με κάδες, με λεβέτια και με κοφίνες για όσους δεν είχαν κάδες και μικρά κοφίνια για το κουβάλημα των σταφυλιών, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, κορίτσια με τα άσπρα τσεμπέρια (για τον ήλιο και τον μπουχό), με τραγούδια και με χαρές ξεχύνονταν στα αμπέλια.

Πρώτη του δουλειά, ο νοικοκύρης ήταν να τοποθετήσει την πα- τητήρα απάνω στην κάδη, σε στερεό έδαφος. Στρώνανε γύρω δυό- τρεις κουρέλες, για να ρίχνουν τα σταφύλια.

 

ΠΑΤΗΤΗΡΕΣ - ΜΟΥΣΤΟΣ

 

Τα κορίτσια άρχιζαν να γεμίζουν τα κοφίνια, να τα κουβαλάνε και να τα ρίχνουνε στο πατητήρι. Ένα παιδί άρχιζε να πατάει τα σταφύλια και ο πρώτος μούστος χύνεται κόκκινος ή ολόξανθος, κε- χριμπαρένιος στην κάδη. Γεμάτος χαρά ο αμπελουργός, πιάνει με το χέρι ένα πλόχερο μούστο και κάνοντας το Σταυρό του πρώτα, τον πίνει, για να δοκιμάσει αν είναι γλυκός ή ξυνός και αν κολλάει στο χέρι. Μ’ αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνει αν είναι «παχύς ή αλαφρός» (νερουλιάρικος) και, γυρίζοντας στη γυναίκα του, λέει:

― Ευλογία του Θεού... κι εκείνη απαντά:

― Δοξασμένο τ’ όνομα του Μεγαλοδύναμου...

Ο Σταυρός, που έκανε προηγουμένως, ήταν ευχαριστία προς τον Θεό και τώρα αναπέμπουν μαζί δοξολογία.

Η κάδη γέμισε μούστο. Ο αμπελουργός παίρνει γιδιές, δηλ. τομάρια από στερφόγιδες ή από τραγιά, κατεργασμένα με αλάτι, να είναι αντοχής, τις γεμίζει, τις φορτώνει στα ζώα και μεταφέρει το μούστο στο σπίτι, όπου τις αδειάζουν στο βαγένι όλα μαζί, μούστο και τσίπουρα. (Αρχαιότατος τρόπος μεταφοράς υγρών).

Το μεσημέρι κάθονται για φαγητό. Τα φαγιά της ημέρας αυτής προσπαθούν να είναι αλμυρά, γιατί από τη γλύκα των σταφυλιών ο οργανισμός ζητάει κάτι αλμυρό, δηλαδή μπακαλέο τηγανητό ή ρέγκες, τυρί, κανά κοτόπουλο κοκκινιστό και τα τέτοια. (Η αλμύρα χρειάζεται περισσότερο για την αναπλήρωση του αλατιού, που χάνει ο οργανισμός με τον άφθονο ιδρώτα της ζέστης και της κοπώσεως και για να τραβήξει περισσότερο νερό, δια να διαλύσει το σάκχαρο των σταφυλιών που τρώνε άφθονα οι τρυγητάδες όσα μπορούνε εκείνη την ημέρα).

Τρώνε και εύχονται μεταξύ τους οι νοικοκυραίοι και με τους συνοριάτες:

― Καλόπιοτο το κρασί.

Αντιθέτως, την ημέρα εκείνη δεν πίνουν κρασί, γιατί φοβούνται να μην ρογιάσουν και μεθύσουν άσχημα, γιατί σταφύλια και κρασί δεν πίνεται (είναι ασύμβατα και δημιουργούν το ρόγιασμα).

Έτσι θα συνεχισθεί ο τρύγος έως ότου τελειώσουν όλοι. Μερικοί, που δεν έχουν πολλά αμπέλια, μεταφέρουν τα σταφύλια απάτητα στο σπίτι με τις κοφίνες, πατούν εκεί και ρίχνουν το μούστο απευθείας στο βουτσί, γιατί δεν έχουν και βαγένι, λόγω της μικρής τους παραγωγής. Αυτό το λένε σταφυλοπάτη.

Τελειώνοντας τον τρύγο φωνάζει ο Δραγάτης με όλη του τη φωνή:

― Χρόνια πολλά ρεεεε... και ρίχνει και κανά σμπάρο.



ΣΤ' ΑΠΑΝ' ΑΜΠΕΛΙΑ - ΣΤΟ ΜΑΥΡΙΜΗ 2

 

 

ΠΕΡΟΝΟΣΠΟΡΟΣ – ΡΑΝΤΙΣΜΑΤΑ

 

 

Την Άνοιξη βρέχει τακτικά, αλλά ρίχνει και βροχές που έχουν ασθένεια, όπως ο περονόσπορος που καταστρέφει το κλήμα. Την ασθένεια αυτή την καταπολεμούν με ρέντισμα με διάλυση αλογόπετρας (θειϊκού χαλκού) και με το θειάφι.

Σημ. οι βροχές δεν έχουν ασθένεια, αλλά με την υγρασία, εάν συμπέσει με ζεστές ημέρες (κουφόβραση, δηλ. παρατεταμένη υγρασία με αυξημένη θερμοκρασία) ευνοείται η ανάπτυξη του μικροβίου, που λέγεται περονόσπορος, διότι έχει σχήμα γύφτικου καρφιού (περόνι). Αυτός καταπολεμείται με τον θειϊκό χαλκό, αλλά με ψεκασμούς που γίνονται επί τη προβλέψει της κουφόβρασης και όχι αφού ανάψει το αμπέλι και πολλαπλασιαστεί το μικρόβιο τόσο, που δεν μπορεί ο ψεκασμός να καταστρέψει κάθε αποικία του μικροβίου, σ’ όλα τα φύλλα, απάνω και κάτω επιφάνεια. Φυσικά, γίνονται τόσες φορές ψεκασμοί, όσες φορές βρέξει και προβλέπεται κουφόβραση. Εάν βρέξει και δεν προβλέπεται ζέστη, δεν είναι ανάγκη να γίνει ψεκασμός. Αλλά επειδή είναι προσήλια τα αμπέλια και ειδικώς όσα είναι σε χαμηλά τόπια, όπου δεν τα πιάνει αέρας να κρατά δροσιά, εκείνα υπόκεινται στην ασθένεια και χρειάζονται πολλούς ψεκασμούς, δηλ. πολλά έξοδα και κόπο. Το θειάφι επιτάσσεται με φυσερά, κυρίως κατά του ωιδίου, άλλης ασθένειας, από άλλο μικρόβιο, που κάνει σταχτιές κηλίδες στα φύλλα, γι’ αυτό την ασθένεια αυτή τη λένε στάχτη, λακά. Ο περονόσπορος κάνει καφετιές κηλίδες - φουσκάλες στα φύλλα και τα ζαρώνει, βλάπτονται έτσι οι λειτουργίες αναπνοής και πέψεως του φυτού, με αποτέλεσμα να μην καρποφορήσει, διότι, φυσικά το φυτόν κοιτάζει να επιζήσει και παραμελεί τον πολλαπλασιασμό του.  

 

ΣΚΑΛΙΣΜΑΤΑ - ΚΟΡΦΟΛΟΪ

 

Τον Μάη μήνα, θα σκαλίσουν το αμπέλι, ισοπεδώνοντας τα κουτρούλια. Θα κόψουν τα χορτάρια - ζιζάνια που έχουν φυτρώσει, θα το κορφολογήσουν (για να μην αυξήσουν υπερβολικά οι βλαστοί και σπαταλώνται οι χυμοί) και θα το καθαρίσουν από τα μαραμένα φύλλα, τα μικρά βλαστάρια και χαμηλά φύλλα, για να παίρνει αέρα και να δροσίζεται το κλήμα, ώστε να μην αναπτύσσονται οι ασθένειες.

Από τα βλαστάρια αυτά κάνουν και σαλάτες.

Γι’ αυτούς τους λόγους, φροντίζουν να μη φυτεύουν τ’ αμπέλια σε γούβα, σε γούπατο (γη βαθιά), αλλά σε πλαγιές (πλαγάκια), όπου τα χώματα είναι τραγανερά δηλαδή αμμουδερά (κρατά υγρασία και αερίζονται).

Σαν αρχίσουν και ωριμάζουν τα σταφύλια, ο Δήμαρχος του χωριού ή ο Πρόεδρος, με τη συγκατάθεση των κατοίκων ορίζει φύλακες, έναν ή δύο, για να φυλάνε τα αμπέλια, από κλέφτες, από πρόβατα, από σκυλιά και άλλα. Τον φύλακα των αμπελιών τον έλεγαν δραγάτη και τον πλήρωναν οι χωρικοί με ποσοστό κατά στρέμμα. Τώρα υπάγεται στην Αγροφυλακή και ο δραγάτης.

Ο δραγάτης έστηνε την τσατούρα του σε έναν λόφο, απ’ όπου θα μπορούσε να επιβλέπει όλα τ’ αμπέλια και με τη σφυρίχτρα σφύριζε προς εκφοβισμό, φωνάζοντας και καμιά φορά:

― Εεεε... Εσένα σε βλέπωωωω...

και ρίχνοντας καμιά ντουφεκιά με την μπιστόλα ή με την καραμπίνα, έτσι που ο κλέφτης ή ο ζημιωτής, νομίζοντας ότι τον έβλεπε ο δρα- γάτης, δεν πήγαινε να κλέψει σταφύλια. Ο κάθε νοικοκύρης πηγαίνει κάθε τόσο στο αμπέλι να το παρακολουθεί και όταν έλθει ο καιρός για να κόψει, επιτραπέζια, φαγουλάρικα σταφύλια και άλλα φρούτα, κατά το γνωστό: της Αγιά Μαρίνας ρόγα και τ’ Αϊ Λιός σταφύλι, του Αϊ Παντελεήμονος μαντήλι και της Παναγιάς κοφίνι.

 

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΒΑΡΕΛΙΩΝ

 

Όταν κοντεύουν να γίνουν τα σταφύλια, πρώτη δουλειά ήταν να ετοιμάσουν τα βουτσιά. Τα παλιά βαρέλια τα γέμιζαν νερό επί μερικές ημέρες, για να φουσκώσουν. Μετά τα άρχιζαν με την ξύστρα (αυτήν που ξύνουν οι γυναίκες στο σκαφίδι, όταν ζυμώνουν) και τα έξυναν, για να καθαρίσουνε καλά. Καμιά φορά έριχναν και ασβέστη - σκόνη (χορίδι) για να μην ξυνίσει το κρασί. (Ο ασβέστης απολυμαίνει το βαρέλι φονεύοντας τον βάκιλλο της ζυμώσεως του όξους).

Άλλα βαρέλια, τα έσουρναν από την αρχή, δηλαδή τα χάλαγε ο μάστορας, ο βαρελάς, άλλαζε τις χαλασμένες δόγες (δούγιες) και τα ξανάφτιανε (τα έστηνε) πάλι. Εάν επρόκειτο να φτιάσει καινούργιο βαρέλι, έκοβε τα ξύλα από τον προηγούμενο χρόνο, τα έβαζε στην κοπριά των ζώων, σκεπασμένα καλά, για να στεγνώσουν και να ξεραθούν. Δεν τα άφηναν στον ήλιο, για να μην σκάνε. Η θερμοκρασία που αναπτύσσεται στη ζύμωση (χώνεμα) της κοπριάς είναι πολύ μεγάλη, αλλά σε υγρό περιβάλλον, έτσι που τα ξύλα στέγνωναν χωρίς να ραγίσουν.

Τα ξύλα για βαρέλια είναι διαλεχτά, όχι οποιοδήποτε ξύλο. Προτιμώνται η καστανιά και ο δρυς, επειδή είναι αντοχής και κάνουν καλό κρασί (ίσως διότι έχουν ολιγότερους πόρους).

Στο μεγάλο βουτσί, το επιλεγόμενο βαγένι έμπαιναν μέσα του για να το πλύνουν, από μια πορτούλα, μπροστά στο μεσιανό φούντι, ειδικώς γι’ αυτή τη δουλειά αφημένη.

Μπαίνοντας βγάνουν τα παλιά και αχρησιμοποίητα τσίπουρα (στέμφυλα). Συνήθως έβαζαν παιδιά που χωρούσαν, να κάνουν αυτή τη δουλειά, διότι η πόρτα αυτή έχει άνοιγμα 30 Χ 45 πόντους περίπου. Στον γράφοντα, λόγω του λεπτού σώματός του, «έπεφτε πάντοτε το λαχείο» για το πλύσιμο του βαγενιού, διότι τ’ αδέρφια του ήσαν πιο σωματώδη και δεν χωράγανε.

Τέλος, αφού πληθούν καλά τα βουτσιά, θα τοποθετηθούν απάνω σε παλάγκια, χοντρά κούτσουρα δηλαδή, στερεωμένα καλά και σφηνωμένα, να μην κουνιούνται.

 

 

 

 





 

ΣΤ’ ΑΠΑΝ’ ΑΜΠΕΛΙΑ - ΣΤΟ ΜΑΥΡΗΛΙΜΗ Η ΦΥΤΕΙΑ

 

Προκειμένου να φυτευτεί ένα αμπέλι, πρέπει να γίνει πρώτα η φυτειά, δηλαδή να φυτευτεί εξ υπαρχής. Το καινούργιο αμπέλι έχει το όνομα αυτό επί τρία χρόνια, ώσπου να αποδώσει καρπούς. Έπειτα το λένε καινούργιο αμπέλι, αργότερα απλώς αμπέλι και τέλος το παλαιό αμπέλι. Στα τελευταία του το λένε «στο παλιάμπελο». Στ’ αμπέλια φυτεύουν και τα άλλα καρποφόρα δέντρα: συκιές, κυδωνιές, μηλιές, μυγδαλιές, ροδακινιές, ώστε η μετάβαση στο αμπέλι να έδινε πάντα, στα παιδιά ιδίως, μεγάλη χαρά.

Θα ξεκινήσουν από το διάλεγμα καλού φυτού. Τον Γενάρη μήνα, στη γέμιση του φεγγαριού, δηλαδή με πανσέληνο, θα πάει ο αμπελουργός σε ένα άλλο αμπέλι, που ξέρει ότι είναι καλό και έχει λογιών - λογιών κλήματα για να διαλέξει και να κόψει κατάλληλες βέργες, τόσες, που θα του φτάσουν για τη φυτειά που σχεδιάζει να κάμει. Το αμπέλι αυτό, που είναι λογιών - λογιών, το λένε λογάδι.

 

Τα κλήματα που ευδοκιμούν στη Δάφνη - Στρέζοβα είναι τα εξής: Μοσκούδι, Ροδίτης, Πετραχωρίτης, Φιλέρι, Μαυρούδι (που το λένε και Μπακούρο ή Σκυλοπνίχτρα, γιατί είναι λίγο στιφτό και πνίγονται τα σκυλιά, όταν τα τρώνε), Κοκκινοστάφυλα που τα λένε και Αλπούδες (λόγω του ότι τα προτιμάνε για φαΐ οι αλπούδες), Ροζακί και άλλα πολλά.

Αφού βγάλει ο αμπελουργός τον φυτό της αρεσκείας του, θα ανοίξει έναν λάκκο και θα τον τοποθετήσει μέσα εκεί, σκεπάζοντάς τον με χώμα επί κάμποσο καιρό, για να βγάλει μικρές ριζούλες. Αυτό το λένε κλώσισμα.

Κατά τα τέλη Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου, και στη γέμιση πάλι του φεγγαριού, θα βγάλει όμορφα - όμορφα τις ριζωμένες βέργες και θα τον φυτέψει τον φυτό αυτόν. Αλλά δεν μπορεί να κάμει αυτή τη δουλειά μόνος του, διότι πρέπει να γίνει μονοημερινά. Γι’ αυτό μαζεύει και άλλους συγχωριανούς του, «μαζεύει ξέλαση», όπως λένε.

Αφού ορίσει την ημέρα που θα φυτέψουν τη φυτειά, προσπαθούν μερικοί από την ξέλαση ποιος θα πάει πιο πρωί στον αμπελότοπο, να βγάλει τον Σταυρό. Τον Σταυρό τον βγάζει στη μέση του χωραφιού

(δηλαδή διαιρεί σταυροειδώς σε τέσσερα τεμάχια τον αμπελότοπο με το ξυνάρι) και, όταν έλθει ο νοικοκύρης, ασημώνει τον Σταυρό με ασημικά (χρήματα, κέρματα, τα οποία παίρνει αυτός που «έβγαλε» τοΣταυρό).

Αφού μαζευτούν όλοι οι συμμετέχοντες στην ξέλαση, τους κερνάει ο ιδιοκτήτης ρακί κι εκείνοι εύχονται:

«Να πιάσει σαν βάτος το αμπέλι».

Κατόπιν αρχίζει η εργασία. Πρώτα θα κάμουν το Σταυρό τους. Παίρνουν ένα σχοινί, έναν χονδρό σπάγγο και σημαδεύουν, που θα βγάλουν τις γούβες, να είναι σε ίσιες γραμμές κατά μήκος και κατά πλάτος και ανά ένα μέτρο, το ένα κλήμα από το άλλο, σταυρωτά. (Για να διευκολύνεται το έργο προετοιμάζουν το οδηγό-νήμα αυτό με κόμπους ανά ένα μέτρο ή με λευκά κουρελάκια δεμένα ανά ένα μέτρο. Καλύτερα έχουν δύο τέτοια οδηγά-νήματα, μήκους όσο το πλάτος και το μήκος του αμπελότοπου, το δένουν στα δύο άκρα σε παλουκάκια και τα εμπήγουν στη γη, έτσι ώστε να φαίνεται με τα σημάδια, που θα ανοιχτούν τετραγωνισμένα οι γούβες).

Οι ανειδίκευτοι εργάτες βγάζουν τις γούβες και οι ειδικευμένοι αμπελουργοί φυτεύουν τις βέργες, μία-μία, κατά τρόπο ημιπλαγιαστό. Κατά τη διάρκεια του φυτεύματος πίνουν και κανένα κρασί με την τσίτσα. Αν είναι καλό το κρασί, λένε:

― Να ζήσει, που γονάτιζε...

επειδή το φύτεμα γίνεται γονατιστά, για να φτάνει ο φυτευτής στο βάθος της γούβας που φτάνει ως τους 40 πόντους.

Νάχεις αμπέλι του χεριού σου, νάχεις σπίτι του γονιού σου και ελιές του προγονιού σου.

 

 

ΞΕΛΑΚΩΜΑ - ΚΛΑΔΕΥΜΑ - ΚΟΥΤΡΟΥΛΙΑΣΜΑ

 

Το φθινόπωρο ξελακώνουν τα αμπέλια. Γύρω-γύρω από τη ρίζα βγάζουν ένα μικρό λάκκο, για να πέφτει μέσα το φύλλο και για να ρίχνουν εκεί μέσα και το φουσκί (κοπριά χωνεμένη).

Κατά τα μέσα του Γενάρη, και στη γιόμιση πάντα του φεγγαριού, αρχίζει το κλάδεμα. Το κλάδεμα γίνεται με επιμέλεια μεγάλη. Πρέπει να είναι καλός αμπελουργός ο κλαδευτής. Πρέπει να ξέρει ποια μάτια θ’ αφήσει. Θα καθαρίσει τα ξερά. Ακόμη και την έξω φλύδα την βγάζουν από το κούρβουλο, τρίβοντάς την με το χέρι. Κι αν είναι κανά κλήμα που δεν καρπίζει, το κόβουν και ρίχνουν από το διπλανό κλήμα καταβολάδα ή σύμμανο, όπως το λένε (από την ίδια μάνα).

Εδώ λένε και ένα ρητό στον αμπελουργό που κλαδεύει το Γενάρη:

Γενάρη μήνα κλάδευε, Μάη κορφολόγησέ το, και το Δεκαπενταύγουστο κάτσε και τρύγησέ το.

Μετά το κλάδεμα, κατά τον Μάρτη μήνα, το σκάβουν με τα πλατιά ξινάρια (τσαπιά) και μαζεύουν το χώμα ανάμεσα σε 4 κλήματα σε σωρό που λέγεται κουτρούλι.

Τον Απρίλιο, τα αμπέλια ανοίγουν (πετάνε βλαστάρια) και οι αμπελουργοί τρέχουν να δουν και να τα καμαρώσουν που φέρνουν τα σταφύλια, γιατί το αμπέλι βγάζει πρώτα τα σταφύλια και έπειτα τα φύλλα.

 





  

ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΔΑΦΝΗ

 

Κατά τα παλαιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν φάρμακα και οι γιατροί ήσαν λιγοστοί, οι κάτοικοι της Δάφνης και ολοκλήρου της Επαρχίας Καλαβρύτων προσπαθούσαν με διάφορα πρακτικά μέσα να καταπολεμήσουν τις μικροασθένειες.

Κατά τους χειμερινούς μήνες, που η γρίπη (το συνάχι ή φλέντζα, όπως την έλεγαν) έκανε θραύση, πρώτη τους δουλειά ήταν να ρίξουν ή να κόψουν βεντούζες, κούφιες ή κοφτές - αιματηρές.

Σημ. Φλέντζα είναι παράγωγο του Influenza που στις λατινογενείς γλώσσες σημαίνει γρίπη. Ινφλουέντσα όπως εξελληνίσθη και προέρχεται από την λέξη Influentia που στα λατινικά σημαίνει επίδραση (μικροβίου ή αγνώστου παράγοντος).

 

ΒΕΝΤΟΥΖΕΣ

 

Τις βεντούζες τις «έριχναν κούφιες» κατά τον εξής τρόπο:

Έπαιρναν μια δεκάρα (που ήταν χάλκινες, μεγάλες και βαρειές την εποχή εκείνη) την τύλιγαν με μικρό, λεπτό πανάκι, και τόδεναν αποπάνω με μια κλωστή, αφήνοντας να εξέχει μια φουντίτσα από το διο το σουφρωμένο πανί. Ψαλίδιζαν οριζόντια και έβρεχαν τη φουντίτσα με λάδι ή με λίπος χοιρινό ή προβατίσιο, την άναβαν από το λυχνάρι ή από ένα κερί και την τοποθετούσαν στο κορμί του ασθενούς. Έπειτα την εκούπωναν με ένα ποτήρι, μικρό ή μεγάλο, το οποίον πίεζαν ελαφρά αεροστεγώς ώσπου να καεί η φλόγα οπότε (με την αρνητική ατμοσφαιρική πίεση που δημιουργιόταν) ανέβαινε σε λίγα δευτερόλεπτα το δέρμα μέσα στο ποτήρι και τραβούσε το αίμα των υποκειμένων ιστών στο μέρος της βεντούζας. Αν είχε κρυολογήσει πολύ, το δέρμα μελάνιαζε. Τότε έβγαζαν το ποτήρι, ξανάναβαν τη δεκάρα σε άλλο μέρος και έτσι χρησιμοποιώντας δύο-τρία ποτήρια και 2-3 δεκάρες σε λίγη ώρα «έριχναν» τις κούφιες βεντούζες.

Αν ήθελαν να τις «κόψουν» ή να τις κάνουν «κοφτές», τότε μόλις έβγαζαν το ποτήρι έπιαναν το δέρμα με τα δυό δάκτυλα του αριστερού χεριού, το σήκωναν αρκετά σε πτυχή, και με το δεξιό χέρι, κρατώντας ανάποδα το ξυράφι του ξυρίσματος, έκαναν ελαφρές, απότομες, μικρές ξυραφιές σε δυό-τρεις σειρές, στον κύκλο που είχε σημαδευτεί από το μελάνιασμα της βεντούζας. Κατόπιν ξανάβαζαν αναμμένη τη δεκάρα απάνω στις ξυραφιές, που δεν έβγαζαν παρά ελάχιστο αίμα, την κούπωναν πάλι με το ποτήρι και σαν «έπιανε» το ποτήρι, τότε άφηναν να αναβλύσει πολύ ή ολίγο αίμα αναλόγως της ηλικίας, της κράσεως και της βαρύτητος του κρυολογήματος, κατά την κρίσιν αυτού που έκοβε τις βεντούζες. Το αίμα ήταν μαύρο (φλεβικό) ή κοκκινότερο (αρτηριακό) και του έδιναν την ερμηνεία του βαρειού ή ελαφρού κρυολογήματος. Καθάριζαν το αίμα με βαμπάκι και απελύμαιναν το δέρμα με βάμμα ιωδίου. Μηχάνημα «Σικυοσχάστης» δεν υπήρχε.

Μετά τις αιματηρές - κοφτές βεντούζες (Σικύες στην καθαρεύουσα) δεν γινόταν εντριβή, αλλά κουκουλωνόταν καλά ο άρρωστος με μια μπαντανία παραπάνω για να ιδρώσει, αλλά μετά τις κούφιες επακολουθούσε γερή εντριβή με οινόπνευμα ή πετρέλαιο και πάλι καλό σκέπασμα για να ιδρώσει και να βγάλει το κρύο έξω.

 

ΤΟ ΣΤΑΧΤΟΠΥΡΙ - ΤΟ ΚΕΡΑΜΙΔΙ

 

Σε άλλες περιπτώσεις, που είχε κάποιος ασθενής έναν πόνο στη μέση ή στις πλάτες,που τον έλεγαν σφάχτη, του έβαζαν το σταχτοπύρι ζεστό. Ήταν δε αυτό, στάχτη βρασμένη μέσα σε σακούλα, ίσια που να το δέχεται (την θερμοκρασία) ο ασθενής ή και τσουβαλάκια με άμμο καβουρντισμένο.

Αυτά τα χρησιμοποιούσαν και στην ξηρά πλευρίτιδα - η οποία κυρίως ονομάζετο σφάχτης.

Σε ελαφρότερες περιπτώσεις (μικρός σφάχτης) χρησιμοποιούσαν αργότερα ένα κομμάτι κεραμιδιού, που το έκαιγαν στη φωτιά, το έσβηναν με νερό, το τύλιγαν με πανί χοντρό ή με πολλά πανιά και το βαζαν στο μέρος του σφάχτη.

Φρόντιζαν να δίνουν ζεστά στον ασθενή. Στον κρυολογημένο έδιναν ιδίως το Πόντζι (Πόντς των ξένων), από ούζο βρασμένο με πετιμέζι ή κονιάκ με ζάχαρη βρασμένο. Όταν τόπινε, ο ζεστός ατμός που έμπαινε του έδινε πνοή. Άλλα ζεστά που έδιναν ήταν οι χυλοπίτες με κρασί, το κοτόζουμο, πολύ νόστιμο με λεμόνι ή με ξινό, το χαμομήλι και το καυτό γάλα.

 





 

 

ΠΥΡΓΙΟΒΟΛΟΣ

 

Για ν’ ανάψουν φωτιά πρέπει νάχουν ένα κομμάτι στουρνάρι και έναν ατσαλένιο Πυρ(γ)ιόβολο (πυρόβολο). Αυτός είναι ειδικά φτιασμένο κομμάτι ατσαλιού, με διακοσμητικά ποικίλματα γυριστά στις άκρες. Έχει μήκος 3-4 εκ., πλάτος 1 εκ. και σχήμα ελλειψοειδές, βάρος λίγα γραμμάρια, πλακέ, με την κόγχη που χτυπά το στουρνάρι ανώμαλη και παχύτερη του λοιπού μέρους του.

Έβγαζαν με το νύχι τους μια «φλύδα» από την ύσκα, την τοποθετούσαν επάνω στη στουρναρόπετρα, την κρατούσαν εκεί γερά με το αριστερό χέρι (αντίχειρα και δυό δάκτυλα) και με το δεξί κτυπούσαν ύσκα και στουρναρόπετρα ξυστά, δυνατά κι απότομα εκ των άνω προς τα κάτω, με τον Πυργιόβολο (Πυριόβολος ή Πυρόβολος), οπότε η πέτρα πέταγε φωτιά (σωρεία σπινθήρων), που άναβε την ύσκα. Η ύσκα είχε γίνει από την επεξεργασία της λεπτές τριχούλες (οι ίνες του φυτού) εύφλεκτες.

Έπειτα είτε άναβαν το τσιγάρο τους με την (άμεσα απανθρακωμένη) ύσκα, είτε την έβαζαν σε στεγνό μαλακό βαμπακερό κουρέλι ή σε ξερή γελαδίσια σβουνιά (κόπρο, πλούσια σε ξηρά φυτικά υπολείμματα) και αφού μετεδίδετο σ’ αυτά η φωτιά, είχαν το προσάναμμα για τη φρύγανα, τα κόπηλα και τα ξερά κλαριά.

Η στουρναρόπετρα δίνει - βάλλει - φαίνεται πλούσια σε άνθρακα, λεπτή σκόνη, που πυρακτούται από την τριβή με το κτύπημα του ατσαλιού στην πέτρα και έτσι βγάνει φωτιά (πυρ βάλλει).

 

ΓΑΪΔΟΥΡΑΓΚΑΘΟ

 

Άλλο εύφλεκτο υλικό είναι το βλαστάρι του γαϊδουράγκαθου, που φυτρώνει στις όχθες των λαγκαδιών και σε αμμουδερά χώματα. Τα φύλλα του μοιάζουν της αγκινάρας και απ’ αυτό βγαίνουν οι

αγριαγκινάρες, μικρές που (βραστές με αλάτι) είναι ευχάριστος μεζές ούζου.

 Φυτρώνουν πολλά στο Στένωμα. Φτάνουν σε ύψος 1 έως 1,5 μ. και ξεραίνονται το καλοκαίρι. Τα μαζεύουν, τα καψαλάν ελαφρώς στη φωτιά για να φύγουν τα αγκάθια τους, τα ξύνουν με το μαχαίρι, βγάζουν τη λεπτή καψαλισμένη φλούδα που είναι σαν βαμπάκι με πολύ ψιλές ίνες εύφλεκτες σαν την ύσκα και κατά τον ίδιο τρόπο ανάβουν φωτιά.

Τα φύλλα του αγκαθιού αυτού στην ακμή τους είναι μεγαλοπρεπή. Αυτά είδε σε γλάστρα ο αρχαίος γλύπτης και ενεπνεύσθη το Κορινθιακό Κιονόκρανο. Ο τρόπος αυτός ανάμματος φωτιάς είναι αρχαιότατος, προμηθεϊκός.

Σήμερα χρησιμοποιούν την ύσκα στα καντήλια, σε μερικά μοναστήρια του Αγίου Όρους, (αντί για φυτίλι).

 

ΤΣΑΚΟΥΜΑΚΙΑ

 

Αργότερα βρήκαν τα τσακουμάκια με το φυτίλι, που είχε αγκιστρωμένο στρογγυλό μεταλλικό σφαιρίδιο για απόσβεση μέσα στο σωλήνα του με τις τσακμακόπετρες, τον ανώμαλο τροχίσκο και τη βιδούλα που ρυθμίζει την πίεση στην πέτρα.

Τσακουμάκι και πυριόβολος και λοιπά σύνεργα (ύσκα, φυτίλι, πέτρα) έμπαιναν στο Σιλάχι. Μοσχοβόλαγε ο τόπος από τις ύσκες και τα φυτίλια, μεγαλοπρεπώς μακριά και πολύχρωμα, καθώς τα επιδείκνυαν οι μερακλήδες, ανάβοντας το χειροποίητο τσιγάρο τους, από τσιγαρόχαρτο του μονοπωλείου, ή από εφημερίδα.

 

 





ΣΤΡΕΖΟΒΙΝΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΙΚΗ

 

Οι άντρες ασχολούντο με ξυλόγλυπτα είδη οικιακής χρήσεως, όπως το κλειδοκαύκι. Αυτό ήταν στρογγυλό καυκί και έβαζαν μέσα το τυρί της ημέρας που θα έτρωγαν. Γινόταν με ένα ειδικό εργαλείο,

το λεγόμενο χουλιαρογλύφτη, που ήταν σαν κουτάλι, με πολύ κοφτερό το χείλος του γύρω-γύρω. Με αυτό έσκαφταν μέσα το ξύλο για να δημιουργηθεί η κοιλότης. Του έφτιαναν και ένα κούπωμα που εφάρμοζε καλά. «Εκλείδωνε» υδατοστεγώς (κλειδο-καύκι). Εξωτερικά κένταγαν διάφορα σχέδια (γεωμετρικά ή πουλιά, φίδια, μαργαρίτες, ρόμβους κλπ.).

 

Κατά τον ίδιο τρόπο έφτιαναν και τις καυκές, που χρησιμοποιούσαν για φαγητό, καθώς και τον κούτουλα, με τον οποίο μετρούσαν το γάλα, με τη διαφορά ότι ο κούτουλας είχε πολύ μεγάλο χέρι. Έφτιαναν και κουτάλες, κουτάλια και γουδιά. Εκτός αυτών έφτιαναν και χτένια για τα μαλλιά, τσατσάρες και αγκλίτσες. Χρησιμοποιούσαν ένα άλλο εργαλείο, το κοπίδι, από ξουράφι κουρέως.

Ο τύπος της γκλίτσας ήταν: Γυριστοκόλα. Επάνω κεντούσαν διάφορα σχέδια, σταυρούς, πουλιά και απαραιτήτως το φίδι παρμένο ίσως από την ποιμαντορική ράβδο. Γκλίτσες είχαν πολλές, αλλά πάντα και μια γιορτινή, που την έπαιρναν όταν πήγαιναν στο παζάρι, στις γιορτές και στα πανηγύρια.

Το ραβδί της κλίτσας αυτής δεν ήταν κοινό, όπως τα άλλα της καθημερινής χρήσεως. Το έβγαζαν από πουρναρίσιο κούτσουρο, χωρίς να έχει ρόζους. Έσχιζαν το κούτσουρο και έβγαζαν το ραβδί από την

καρδιά του ξύλου. Αυτό το έλεγαν σκιζάρι, επειδή ήταν από σκίσιμο. Κατόπιν το περνούσαν συνέχεια, με κορφή από το γάλα και έπαιρνε χρώμα κιτρινωπό του βουτύρου. Όλα τα ανωτέρω ξυλόγλυπτα γινόσαντε από ξύλο σφεντάμι, αχλαδιά, μελιός, πουρνάρι και γλανιτσιά. Έφτιαναν και φτυάρια για το αλώνι, που αργότερα τα έκαναν από ελάτινο ξύλο και δικριάνια από πουρναρίσιο.

 

 

 

 

ΣΑΜΑΡΙΑ

 

Άλλα είδη, που έφτιαναν από ξύλο πλατανίσιο, ήσαντε τα σαμάρια των ζώων. Αυτά αποτελούντο από το μπροστάρι, το πισάρι, τρεις παΐδες από την μια πλευρά, τρεις από την άλλη και δυό αποπάνω

στο κάθισμα. Αυτές όλες ενώνουν το μπροστάρι με το πισάρι. Στο μέσα μέρος του σαμαριού έβαζαν στρώση εσωτερικώς ντυμένη με σαμαροσκούτι και εξωτερικώς με τομάρι ή δέρμα, που

την γέμιζαν με ψαθί. Και κάρφωναν, με γύφτικα καρφιά, τα κολιτσάκια, για να σφίγγονται οι τριχιές για το φόρτωμα. Μερικά σαμάρια είχαν και σκάλες (αναβολείς).

 

Το σαμάρι για να σταθεί στη ράχη του ζώου χρειαζόταν απαραιτήτως τον καταζώστη (ίγλα) που περνούσε από την κοιλιά, αλλά και το κολάνι (περιγλούτιο) για να μην γλιστρά το φόρτωμα με το σαμάρι προς τα εμπρός στον κατήφορο. Από καμιά φορά συμπληρούται με την ιππουρίδα. Το κολάνι, για να μην πέφτει χαμηλά και τραυματίζει από την τριβή τους μηρούς του ζώου, έχει το επιγλούτιο, (απανωκάπουλο) που το κρατεί στη θέση του. Για να μην γλιστρά πίσω στην ουρά, έχει την κοντή ιππουρίδα που δένεται στο σαμάρι. Τέλος για να μην πέφτει πίσω το σαμάρι, στον ανήφορο, έχει το προστερνίδιο, που συνδεόταν με τον καταζώστη με ένα λεπτό ιμάντα διακοσμητικό στα άλογα. Ο καταζώστης είναι πλατύς ή στενός και δένεται με λουριά στην αριστερή πλευρά του σαμαριού από την απάνω παΐδα. Τα σαμάρια διεκοσμούντο με διάφορα χρυσά καρφιά, χρυσές, πλατιές πρόκες τσαρουχιών και με αρχικά γράμματα του ονόματος

του ιδιοκτήτου.

 

Το μουλάρι για να οδηγηθεί έχει την καπιστράνα με την προμετωπίδα, το προρίνιο, της παραγναθίδες, τον χαλινό (χαβιά) και τα ινία. Μπροστά έχει τρίχες ασβού, χάντρες πολύχρωμες και στο λαιμό φέρει το ζώο λαιμαργιά με κουδουνάκια ή ζίλια. Στο σαμάρι απαραίτητο συμπλήρωμα είναι ο ντορβάς με το κριθάρι του ζώου, το δισάκι για τα πράγματα του επιβάτη, η τριχιά για το φόρτωμα και το κιλίμι για το κάθισμα. Στο πίσω μέρος έχουν ένα αδιάβροχο πανί για προστασία του ζώου έναντι της βροχής στα κα

πούλια. Το σαμάρι δεν το βγάζουν όσο να ξεϊδρώσει το ζώο. Αλλά και δεν το αφήνουν να κυλισθεί σαμαρωμένο για να μην το σπάσει το σαμάρι. Ελάχιστοι έκαναν ξυστί στα ζώα τους. Όλοι όμως τα πετάλωναν συχνά. Οι παλαιοί αγωγιάτες έλεγαν το εξής:

 

Όταν επρόκειτο να αρχίσει κατήφορος, ειδοποιούσαν τον επιβάτη ως εξής:

― Ξέρεις; Εκεί στο διάσελο το λένε: Στου κατέβα... γιατί κόβεται το ζώο με φορτίο στον κατήφορο, ενώ ο επιβάτης δεν κουράζεται να κατηφορίσει.

 

Επίσης έχουν το εξής τετράστιχο για την επιμέλεια του ζώου:

Στον ανήφορο, μη με πιέζεις,

Στον κατήφορο, μη με χτυπάς

Στον ίσιο δρόμο, μη με λυπάσαι

Και εις το στάβλο, μη με ξεχνάς...





  

Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΣΚΑΣ

 

Τα παλαιότερα χρόνια, που δεν είχαν βγει τα σπίρτα και οι αναπτήρες, οι κάτοικοι της  Στρεζόβης άναβαν φωτιά με ύσκα.

Η ύσκα είναι ένα φυτό. (Σημ.: είναι από τα κατώτερα φυτά ή ζώα, τα ονομαζόμενα μύκητες, γνωστά στη μικροβιολογία, όπως τα μανιτάρια που αναπτύσσονται σε σάπιους κορμούς δέντρων ή σε σωρούς από σάπια φύλλα). Επιστημονικώς λέγεται αγαρικό το έναυσμα ή πολύπορος ο πυρφόρος (αγκάρικουμ χιρουργιόρουμ ή πολύπορους ιγκνιάτους). Είναι μύκης της μυγδαλιάς, μουριάς, αμπέλου, ελιάς, οξυάς, πεύκου, ξυνοδένδρων και ιδίως της βελανιδιάς. Χρησιμεύει και ως αιμοστατικόν, επί εγκαυμάτων και δια τους κάλους.

Δρυός υπάρχουν διάφορα είδη, από την βαλανηφόρο δρυ, μέχρι την αγρία δρυ ή πρίνον, του οποίου η θαμνώδης ποικιλία λέγεται πουρνάρι. Η βαλανηφόρος, ήμερη δρυς είναι γνωστή στα μεγάλα δάση και μάλιστα στον Μέλανα Δρυμό. Τα φύλλα της στολίζουν στολές στρατιωτικών. Θεωρείται (με την ελιά και τη δάφνη) από τα φυτά των θεών, των νυμφών, των ηρώων και της Μυθολογίας. Η δρυς έχει και τα ονόματα: βελανιδιά, δέντρο, τζέρο, ιδρύς, δρυά. Είναι σκληρό ξύλο, ανθεκτικό στο νερό και στον αέρα. Γίνονται μ’ αυτήν δρύινα πατώματα, φέρετρα, έπιπλα, καράβια κλπ. Φύεται σε ψυχρά μεγάλα υψόμετρα. Από την «κούπα» του βελανιδιού γίνεται η χακί βαφή των νημάτων, ενώ το βελάνι είναι ζωοτροφή.

Η ύσκα έχει χρώμα εξωτερικώς στακτί προς το άσπρο. Ομοιάζει με το μανιτάρι με τη διαφορά ότι είναι πολύ σκληρή. Αν την κόψετε, έχει χρώμα καφέ. Νωπή είναι μαλακή σαν πολτός. Θνήσκοντος του μικροβίου ξηραίνεται και σκληρύνεται.

Την μάζευαν το καλοκαίρι, την έβαζαν σε αλεσίβα επί 40 ημέρες, την έβγαζαν πότε-πότε και την κοπάναγαν (στούμπαγαν), για να μαλακώσει. Αφού μαλάκωνε κάπως, την έβγαζαν από την αλεσίβα και την έβαζαν στον ήλιο να στεγνώσει, οπότε ήταν έτοιμη προς χρήσιν.

Τότε την κόβουν σε μικρούτσικες ξεσκλήθρες, λεπτές σαν φυτιλάκι του καντηλιού ή σε λεπτές ταινίες ή σε μακρόινους, σπάγκους, αφού της έβγαζαν τη φλούδα. Το υλικό της ύσκας (που είναι είτε τα ίδια τα φυτικά ή ζωικά μικρόβια, δισεκατομμύρια πτωμάτων, είτε το φυτικό υλικό απάνω στο οποίο αναπτύσσεται η αποικία των μικροβίων αυτών - η κυψέλη τους ας πούμε - και αυτό είναι μαλακό, σαν ξηρά φυτική ύλη μεγάλης περιεκτικότητας εις άνθρακα φαρφατιασμένο ας ειπούμε και συνεπώς) είναι εύφλεκτο σε σπινθήρες φωτιάς, που πετάει το στουρνάρι όταν το κτυπήσει κανείς με ατσαλένιο τεμάχιο δυνατά και απότομα (όπως πετάν φωτιές τα πέταλα των αλόγων στις στουρναρίσιες πέτρες κλπ.).

 





ΤΡΑΧΑΝΑΣ ΚΑΙ ΜΑΝΕΣΤΡΕΣ

 

 

ΚΑΘΑΡΙΣΜΑ - ΔΙΑΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

Η πρώτη δουλειά της νοικοκυράς, μετά το αλώνισμα του σταριού, ήταν να κοσκινίσει με το συρμάτινο κόσκινο (το Αριολόι) και να «διαλέξει» σπυρί-σπυρί, όπως τ’ έλεγαν, ένα ολόκληρο φόρτωμα σιτάρι, αφού πήγαιναν πρώτα και το έπλεναν στο πιο κοντινό κεφαλόβρυσο. Με το πλύσιμο καθαριζόταν από το χώμα, το δαβλίτη, την ήρα, στάχια, αγανάκια, χνούδια, λοιπές ξένες ύλες και από κούφια σπυριά, ώστε ήταν το πιο καθαρό για τα οικιακά ζυμαρικά (παρασκευάσματα), τον τραχανά και τη μανέστρα (σημ. μανέστρα είναι ιταλική λέξη που σημαίνει ζυμαρικό χειροποίητο).

 

ΧΑΡΑΗ ΚΑΙ ΑΠΟΧΡΑΗ

Μετά το καθάρισμα, το πλύσιμο και το στέγνωμα στον ήλιο, το πήγαιναν στον νερόμυλο, για άλεσμα. Έκαναν συμφωνία με τον μυλωνά, να μην είναι ο μύλος «Αποχράη» δηλ. πρόσφατος από Χαραή, (χάραγμα ήταν καινούργιο τρόχισμα της μυλόπετρας). Όπως είναι γνωστό, ο μυλωνάς «χαράζει» τον μύλο, δηλαδή το λιθάρι του μύλου με μια σμίλη ή με ειδικό σφυρί πλατύ και οξύ σαν χτένι, και ξανακάνει άγρια τα λιθάρια, για να κόβουν το σιτάρι πιο εύκολα, με τη χρήση λειαίνονται οι πέτρες και δεν κόβουν το σιτάρι. Μετά τη χάραξη αυτή μένουν κόκκοι, από πετραδάκια από αλεύρι που κριτσανίζουν στα δόντια καθώς τρώμε το ψωμί.

 

Ο ΤΡΑΧΑΝΑΣ

Όταν έφερναν το άλεσμα από τον μύλο, κανόνιζε η νοικοκυρά την ημέρα που θα έφτιανε τον τραχανά της, αφού συνεννοείτο με τις συγγενείς και γειτόνισσες που θα την βοηθούσαν αμοιβαίως. Από πολλές ημέρες είχε μαζέψει το γάλα, από γίδια ή πρόβατα, στο λεβέτι όπου είχε ξινίσει για καλά και γινόταν ξινόγαλο, γιατί ο τραχανάς δεν γίνεται με γλυκό γάλα. Είχε κοσκινίσει και το αλεύρι με την ψιλή κρησάρα και, κατά την κονταυγή σηκωνότανε και ζύμωνε το αλεύρι με το ξινόγαλο και το έκανε ζυμάρι του τραχανά.

Το ζύμωμα αυτό είναι κάπως κοπιαστική δουλειά, γιατί είναι πολύ το υλικό και δυσκολομεταχείριστο με τα χέρια. Γι’ αυτό πολλές φορές, αφού έπνιγαν το αλεύρι στο σκαφίδι, το ζύμωναν με τα πόδια, τυλιγμένο σε καθαρό σεντόνι, απάνω σε αφόρια απλάδα στη μέση της σάλας, ενώ τα παιδιά, με πλυμένα τα πόδια χαιρόταν να χοροπηδούν απάνω στο ζυμάρι, γυρίζοντάς το συχνά το απάνω κάτω και διπλιάζοντάς το για να ζυμωθεί καλά.

Μετά το ζύμωμα, το αφήνουν κάμποση ώρα να στεγνώσει. Έπειτα το έκοβαν κομματάκια με τα τρία δάκτυλα, που τα άπλωναν σε σεντόνια, να στεγνώσει ακόμα πιο πολύ, για να τρίβεται εύκολα.

Το τρίψιμο άρχιζε κατά τις 8 η ώρα το πρωί, όταν είχαν έλθει οι άλλες γυναίκες για την αλληλοβοήθεια. Έστρωναν σεντόνια στο πάτωμα, καθόντουσαν απάνω σε προσκεφαλάδες και άρχιζε το τρίψιμο της ξερής ζύμης με λίγο αλεύρι, με τα χέρια απάνω στο σεντόνι. Το τριμμένο σε μικρούς κόκκους ζυμάρι, το έπαιρνε μια γυναίκα στο ειδικό κόσκινο του τραχανά, από λαμαρίνα με στρογγυλές τρύπες, όπου το κοσκίνιζε και το ξανάτριβε, μέσα στο κόσκινο, για να βγει τελικά αποκάτω ψιλός ο τελικός τραχανάς. Τα πιο χοντρά υπολείμματα τα ξανάριχναν στο σεντόνι και τα ξανάτριβαν εκεί. Τον κοσκινισμένο τραχανά τον άπλωναν στον ήλιο, επάνω σε σεντόνια για να ξεραθεί τελείως, ώστε να μην κολλάει, να μη μουχλιάσει και να μη σκουληκιάσει, λόγω της υγρασίας και της ζέστης από κακή αποθήκευση το χειμώνα. Τελικά τον έβαζαν σε τουλπανένιες σακούλες, να αερίζεται. Όχι σε βάζα, ούτε σε τενεκέδια. Ως το μεσημέρι ή το απόγευμα τελείωνε η δουλειά και η νοικοκυρά περιποιούνταν τις συνεργάτισσες με καλομαγειρεμένο φαΐ.

Εκείνες εύχονταν:

― Καλοφάγωτος...

 

Η ΜΑΝΕΣΤΡΑ

Η μανέστρα γίνεται κατ’ άλλον τρόπο, με άλλη συνταγή. Από πολλές ημέρες πριν, μάζευε αυγά η νοικοκυρά ή τα συγκέντρωνε από τα δικά της αν δεν τα κατανάλωνε ο νοικοκύρης σε καγιανάδες ή τα παιδιά για να δυναμώσουν ή για ν’ αγοράσουν καραμέλες και λουκούμια επ’ ανταλλαγή με αυγά στον έμπορο. Άλλοτε τάδιναν στον γυρολόγο για κλωστές και υφάσματα. Συνήθως έβγαιναν γύρω στη ρούγα και γύρευαν δανεικά, που τα επέστρεφαν αργότερα.

Αφού κοσκίναγε το αλεύρι με την ψιλή κρισάρα και πάλι, είχε έτοιμο το γάλα, γλυκό όμως, της ημέρας, παραγγελμένο από καιρό, για ορισμένη ημέρα, στον τσοπάνη. Έσπαζε τα αυγά και άρχιζε να ζυμώνει αλεύρι, γάλα και αυγά. Η αναλογία είναι 2-3 αυγά στο φύλλο. Μετά το ζύμωμα το έβαζαν το ζυμάρι σε μεγάλο χαλκωματένιο τέτζερη ή σε μεγάλη τέσα ή σε ταψί και το σκέπαζαν με τουλπάνι που τόβρεχαν συχνά για να διατηρείται υγρό.

 

ΠΛΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Κατόπιν καθόσαν στο σοφρά (χαμηλό στρογγυλό τραπέζι) και με τον πλάστη (1 μ. x 2 εκ.) έπλαθαν τα φύλλα. Το πλάσιμο είναι τέχνη, γιατί το φύλλο του ζυμαριού πρέπει να βγαίνει ισόπαχο, να μη σχίζεται, να μην κάνει τρύπες, να γίνεται γρήγορα και να μην κολλάει.

Σ’ αυτό βοηθούσε η πείρα, το συχνό πασπάλισμα του φύλλου με αλεύρι και η επιτηδειότητα. Τα φύλλα απλώνονται σε κρεβάτια, τραπέζια, πάτωμα, να στεγνώσουν, απάνω σε σεντόνια. Έπειτα μαζεύουν ένα-ένα γύρω στον πλάστη σε ρολό, τα κόβουν κατά μήκος του πλάστη με το χυλοπιτομάχαιρο, ώστε γίνονται λωρίδες 10-20 εκ. πλατιές, απανωτές και τότε αρχίζει το κόψιμο της μανέστρας ή χυλοπίτας. Χρησιμοποιούσαν το ειδικό χυλοπιτομάχαιρο, αλλά και κάθε μαχαίρι, που τα τρόχιαζαν πρόχειρα τόνα με τ’ άλλα.

Οι πιο επιμελείς την έκοβαν σε πολύ μικρά ρομβοειδή ή τετράγωνα, φυλλαράκια, πλάτους 1Χ1 εκ. ως εξής: Πρώτα έκοβαν τις λωρίδες του φύλλου σε μακρουλές λουρίδες πλάτους 1 εκ. ανά 10, με οδηγό το έξω χείλος της αριστεράς παλάμης με γρήγορα κοψίματα του μαχαιριού με το δεξί χέρι. Έπειτα γύριζαν σταυρωτά τις 10 λουριδίτσες και τις ξανάκοβαν, ώστε γινόταν τα παραπάνω τετράγωνα φυλλαράκια.

Τα ’παιρναν τώρα και τα άπλωναν στ’ αλώνια ή στις αυλές να ηλιαστούν στα κάτασπρα σεντόνια.

Το λιάσιμο διαρκούσε πολλές ημέρες. Φύλαγαν το μαγέρεμα (τραχανάς και μανέστρα λέγονται και «μαγέρεμα»), είτε οι ίδιες οι νοικοκυρές, γνέθοντας ή ξένοντας ή πλέκοντας, είτε τα παιδιά διαδοχικά, να μην το φάν οι κότες, τα γουρούνια ή τα ζώα, που είναι ελεύθερα στα χωριά. Εκεί συζητούν ποια μανέστρα έγινε καλύτερη, πόσα αυγά βάνει η καθεμιά, ποια είναι πιο ψιλοκομμένη και λοιπά.

Τα οικιακά αυτά παρασκευάσματα, φτιαγμένα από αγνά και άφθονα υλικά είναι πλούσιες, εύπεπτες, υγιεινές, θρεπτικές και πρόχειρες τροφές. Μαγειρευμένα με κρέας ή σκέτα, σούπα αυγοκομμένη ή στο φούρνο, για υγιείς και αρρώστους, νέους, γέρους και παιδιά. Γίνονται αραιά, ή πυκτά, αναλόγως των συνθηκών, με τομάτα ή αυγολέμονο, μονοφάγι ή συμπλήρωμα, χειμώνα καλοκαίρι, βιαστικά ή περιποιημένα. Εύγευστα είναι με αρνάκι ή με κοτόπουλο καπαμά με τομάτα.

 





ΣΤΡΕΖΟΒΙΝΗ ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΙΑ

 

(Υφαντά - πλεκτά)

Η χειροτεχνία στη Δάφνη είχε αναπτυχθεί πολύ, όχι για εμπόριο, αλλά για τις ιδιωτικές ανάγκες των κατοίκων στην καθημερινή ζωή.

Οι γυναίκες επεδίδοντο στον αργαλειό, κεντώντας με χιλιολοΐτικα χρώματα τα χοντρά σκεπάσματα επί μήνες και μήνες, καθώς έφτιαναν τις αντρομιδούλες, τα απλάδια, τα τράιστα (ταγάρια) κλπ.

Έπλεκαν δαντέλες βαμπακερές, με το κορσεδάκι, για τα σεντόνια και τις προσκεφαλάδες και μάλλινες για τα απλάδια, τα κιλίμια και τις αντρομιδούλες, τις κουβέρτες και άλλα.

Κένταγαν σε τραπεζομάντηλα, σε μαξιλάρια και σε χερομάντηλα, άλλες τον ουρανό με τ’ άστρα, άλλες μαντριά, ποτάμια, δέντρα, λόφους και ό,τι άλλο μπορούσαν εξ’ ιδίας αντιλήψεως.

Κεντούσαν γαϊτανογέλεκα, έπλεκαν κάλτσες, σκαλτσούνια (τσουράπια), φανέλες εσωτερικές και εξωτερικές, βελέσια που τα φορούσαν από μέσα από το φουστάνι και άλλα. Το βελέσι έμοιαζε με τη σημερινή φούστα, αλλά ήταν μακρύ, κάτω από το γόνα. (Μεσοφόρι = Εσωφόριο).

 

Ακόμη έπλεκαν τις μπελερίνες οι οποίες ήταν σε σχήμα ρόμβου, με τις δύο άκρες λίγο μακρύτερες. Εδίπλιζαν τον ρόμβο αυτόν στη μέση και γινόταν ένα τρίγωνο. Τότε το έριχναν στους ώμους και το σταύρωναν στο στήθος. Τέλος το έδεναν πίσω στη μέση τους, με τις δύο μακριές άκρες.

 

 Όλα τα ανωτέρω τα έπλεκαν με το βελονάκι, το οποίο έλεγαν κρουσέ.

Στον αργαλειό, εκτός από τα χοντρά κλινοσκεπάσματα κ.λπ., ύφαιναν τις κάπες και τις γιούρτες. Έκαναν βιλάρι από τον αιθέρα του μαλλιού. Μετά τον αργαλειό το πήγαιναν στη νεροτριβή, όπου, με το δάρσιμο του νερού, γινόταν πιο κρουστό το ρούχο και δημιουργούσε ένα χνούδι. Το αυτό γινόταν με τις κοζίνες, με τη διαφορά ότι η κοζίνα κατασκευαζόταν από γίδινο μαλλί.

 

Μετά τη νεροτριβή τις έραβαν ειδικευμένοι ράπτες, με τη διαφορά ότι στην κοζίνα δεν έβαζαν μανίκια. Αυτή η κατασκευή αφορούσε όχι μονάχα στο κρύο αλλά και στη βροχή, γιατί δεν την διαπερνά το νερό. Τις καπότες (κάπες), μετά το ράψιμο, τις έβαφαν σε χρώμα μπλε λαζουρένιο (BLEU D’ AZUR), όπως το έλεγαν. Κατόπιν με θαλασσί μετάξι, το λεγόμενο γαϊτάνι ή κορδόνι, άρχιζαν από μια άκρη της κάπας και ράβοντάς το, ανέβαιναν έως την κουκούλα, όπου έκαναν ορισμένοι σχέδια και έπειτα κατέβαιναν στην άλλη άκρη της κάπας. Τέτοιο γαϊτάνι έβαζαν και στα μανίκια, στο κάτω μέρος, όπου είχε αφήσει ένα άνοιγμα ο ράφτης.

 

Στις γιούρτες έκαναν ένα κεντίδι μπροστά, με κόκκινο γαϊτάνι, ενώ το χρώμα της γιούρτας, ήταν μαύρο, και το ύφασμά της χοντρό σαν τσόχα. Το φόραγαν έξω-έξω, σαν παλτό και μόνο στις πλάτες την σκέπαζε η μπελερίνα.

 

Τα φουστάνια ήταν μακριά μέχρι τον αστράγαλο. Από το μέσο της κνήμης και κάτω ήταν λοξοραμμένο το ύφασμα και άνοιγε περισσότερο από το επάνω. Αυτό το έλεγαν καμούφο.

Οι μπλόκες φοριόταν από τη μέση κι επάνω στο στήθος. Ήταν εφαρμοστές και μόνο από τη μέση και κάτω άφηναν να κάνει ορισμένα λούκια και εκεί ήταν πολύ φαρδιές. Φουστάνι και πόλκα γινόταν από βιλάρι στον αργαλειό υφασμένο, για τα καθημερινά. Τα γιορτινά τα έφτιαναν από καλά υφάσματα του εμπορίου. Το μπουντούρι ήταν κι αυτό από το βιλάρι, σαν της κάπας το ύφασμα και το φορούσαν οι γερόντοι (βράκα εξωτερική).

 

Η βέστα γινόταν από ντρίλι αγοραστό. Την φορούσαν οι γερόντοι ως καθημερινή.

Η φουστανέλλα ήταν όμοια με τη βέστα, αλλά με ξεχωριστό το πουκάμισο, ενώ η βέστα ήταν μονοκόματη. Το ύφασμα της φουστανέλλας ήταν άσπρος χασές. Για να γίνει μια φουστανέλλα ήθελαν 40 χεροπήχια ύφασμα. Τις σκάλτσες τις φορούσαν στα πόδια και στο επάνω μέρος με τα βρακοζώνια τις έδεναν από το ζωνάρι, ενώ κάτω τις περνούσαν από την πατούσα, αφού είχαν φορέσει πρώτα τα τσουράπια (σκαλτσούνια).

Το πουκάμισο ήταν κι αυτό από χασέ. Επάνω απ’ αυτό φορούσαν το τσόχινο μεϊντανογέλεκο, το χιλιοκεντημένο με μετάξινες και χρυσές κλωστές. Το φέσι ήταν σαν το γελέκο, τσόχινο. Αυτά τα έραβαν ράφτες και οι γυναίκες τα κένταγαν. Το σιλάχι το έκαναν οι τσαγγαράδες καθώς και τα τσαρούχια.

 

 





 

Ο ΘΕΡΟΣ

Κατά τα τέλη Μαΐου άρχιζε ο θέρος. Πρώτα θέριζαν τα πρώιμα (το λαθούρι, το κριθάρι και τη φακή) και μετά άρχιζαν τα στάρια, με τα κοφτερά δραπάνια. Από 2-3 χεριές έφτιαναν το χερόβολο. Μπροστά θέριζαν οι θεριστάδες, κυρίως γυναίκες, και πίσω ένας άνδρας έδενε τα δεμάτια με δεματικό από σίκαλι, που είχαν σπείρει κάτω από τον πρίνο του χωραφιού. Τα δεμάτια συνήθως τα έδεναν τη νύχτα, που έπεφτε δροσιά και δεν τριβόσαντε τα στάχυα. Γινόταν και ο θέρος τη νύχτα, με φεγγάρι.

Άμα ήσανε πολλές θερίστρες μαζί, πιαναν και το τραγούδι και αντιλαλούσαν οι λαγκαδιές. Υπήρχαν και ορισμένοι, που ήσαν μοναδικοί, δεν είχαν δηλαδή πολύ προσωπικό. Τότε αυτοί έλεγαν (αναλόγως της μεθόδου εργασίας):

 

Θέλεις, θέριζε και δένε, θέλεις δένε και κουβάλα...

 

Όλον το Θεριστή (μήνα Ιούνιο) τον περνούσαν στο θέρο. Και τα βράδια ακόμη εκεί κοιμόντουσαν. Άλλοι θέριζαν, άλλοι έδεναν δεμάτια και άλλοι τα κουβαλούσαν με τα ζώα στο Αλώνι και τα έκαναν θεμονιές.

 

 

ΑΛΩΝΙΣΜΑ

Τελειώνοντας ο θέρος, πρώτη δουλειά ήταν να καθαρίσουν το Αλώνι από τα χορτάρια και να βάλουν το στιχερό στο κέντρο του αλωνιού. Τα αλώνια ήσαν συνήθως πλακόστρωτα, για να τρίβονται τα στάχυα, κάτω από τα πέταλα των αλόγων. Για να γίνει το αλώνισμα, ο νοικοκύρης έβαζε τα δεμάτια γύρω από το στιχερό, αφού περνούσε πρώτα απάνω στον στιχερό ένα χερόβολο σε σχήμα σταυρού και  ταύρωνε το αλώνι. Μετά, άρχιζε με το δικράνι και σκορπούσε τα χερόβολα, λίγα λίγα, επί 3 ημέρες, για να λιαστούν. Όταν καταλάβαινε ότι λιάστηκαν, όριζε ημέρα αλωνίσματος. Το αλώνισμα γινόταν συνήθως με άλογα ή με μουλάρια. Αυτά πήγαιναν στην αναλογία: 10 άλογα στα 100 δεμάτια. Επειδή όμως ο κάθε νοικοκύρης δεν μπορούσε να έχει τόσα άλογα, έκαναν δανεικολόι. Από την προηγούμενη ημέρα έφτιανε ο νοικοκύρης τις λαιμαργίες με την τριχιά, που τις περνούσαν στο λαιμό των αλόγων και με ένα κομπί από καλαμιές, το περνούσε από την κουλούρα του στιχερού (ένα ξύλινο κρίκο, από κάπως χονδρό και σκληρό κλαρί, που περιστρέφετε γύρω στον στιχερό) σε τύπο σουρτοθηλιάς. Το άλλο πρωί, κατά τις 9 η ώρα θα είχαν μαζευτεί οι βαλμάδες (έτσι έλεγαν αυτούς που είχαν τα ζώα). Τα πιο γρήγορα και νέα ώριμα άλογα, τα έβαζαν στις άκρες της δεκάδας. Επειδή όμως δεν έπρεπε να είναι πάντα συνέχεια ένα και το αυτ’ άλογο στην άκρη (και τελευταίο από τον στιχερό) (θα πάθαινε περκόπωση και θα έσκαζε)  αυτό το τελευταίο άλογο το ονόμαζαν αέρα - και επειδή δεν είχαν ρολόι  (και για να μην γίνονται ζαβολιές) και για να ξέρουν πόση ώρα τρέχει ο «αέρας», έδεναν μια άλλη τριχιά, όχι από την κουλούρα, αλλά από τον στιχερό, η οποία είχε μήκος από τον στιχερό μέχρι τον αέρα. Αυτή η τριχιά, φέρνοντας βόλτες (στροφές) τα άλογα στο αλώνι, απλωνόταν και μαζευόταν τριγύρω στον στιχερό. Τότε γύριζαν τα άλογα, φέρνοντας τον αέρα κοντά στο στιχερό να ξεκουραστεί, γιατί εκινείτο βραδέως πλέον. Αφού έβαζαν τα άλογα στο αλώνι, ο νοικοκύρης, που είχε ένα μπουκάλι ούζο (ρακί) εκέρναγε τους βαλμάδες και οι βαλμάδες του ευχόταν:

 

Πολλά (ή καλά) μπερκέτια και επαναλάμβαναν οι νοικοκυραίοι:

του σπαρτού 1000 μόδια κι’ ο σπόρος χώρια...

 

Τα άλογα τα βαρήγανε εναλλάξ οι βαλμάδες (για να υπάρχει αμεροληψία στα ζώα και να κατανέμεται η δουλειά). Με το αριστερό χέρι κρατούσατε από την τριχιά της χρονομετρήσεως και με το δεξί χέρι χτυπάγανε τα άλογα με το καμουτσίκι, φωνάζοντας προς παρακίνηση των αλόγων να τρέχουν γρηγορότερα:

 

Για..., Για..., για... ώπ... ώπ και το φτιάσαμε...

 

Οι πιο έμπειροι, που ξέρουν πότε πρέπει να γυρίσουν το αλώνι, σταματούσαν τα άλογα, τα βγάζουν έξω από το αλώνι, ένας τα κράταγε και οι βαλμάδες με τα δικριάνια αρχίζουν από το στιχερό και γυρίζουν τα στάχυα έτσι που τα κάτω να έλθουν επάνω. Αυτή η δουλειά γίνεται 4-5 φορές με το δικριάνι και δύο με το φτυάρι. Μάλιστα πρέπει να γίνεται σβέλτα, να μην κρυώσουν τα άλογα που είναι ιδρωμένα και κουρασμένα. Γι’ αυτό τους έριχναν στην πλάτη σκουτιά, για προφύλαξη από ψύξη (των μυών και από πνευμονία.  Μάλιστα δεν τα πότιζαν ιδρωμένα).

 

 

ΦΑΓΟΠΟΤΙ ΤΩΝ ΒΑΛΜΑΔΩΝ

Η Κυρά, στο σπίτι, είχε τις δικές της σκοτούρες. Έχει ξυπνήσει από πρωί και ετοιμάζει το φαΐ. Το κολατσιό αποτελείται από Μπακαλέο με πατάτες στο φούρνο (να είναι αλμυρός για να αναπληρώνει τις απώλειες αλάτων από τον άφθονων ιδρώτα). Έτσι, άμα ψηθεί, κατά τις 11 με 12, θα βάλει το ψωμί στο ολοκέντητο και καινούργιο τράστο (δείγμα νοικοκυροσύνης, καθαριότητος και ευπρέπειας), τις πεντακοσάρες ή χιλιάρες = 500 - 1000 δράμια μπουκάλες με το κρασί και το φαΐ στην τέσα και θα τα πάει στον ώμο της στ’ αλώνι. Μόλις φτάσει εκεί, οι βαλμάδες την υποδέχονται με ενθουσιασμό και με ευχές. Εκείνη στρώνει κάτω από παχύσκιο δέντρο (ή από τέντα ή από ειδικά φτιαγμένο τσαρδάκι), την πιο καλή απλάδα της και κενώνει για φαγητό. Οι βαλμάδες τρώνε, πίνουν κρασί και εύχονται με τις ίδιες ευχές, ενώ το κρασί φέρνει κέφι, και αρχίζουν τα τραγούδια, που γίνεται πανζουρλισμός. Στις 4 το απόγιομα θα βγάλουν τα άλογα για να τα ποτίσουν και να ξεκουραστούν. Θα «γυρίσουν» το αλώνι με τα φτυάρια, αφού πρώτα ο νοικοκύρης σχηματίσει με το φτυάρι έναν Σταυρό στο αλώνι. Έπειτα θα ξαναβάλουν τα άλογα ακόμη λίγο (ή και λιγότερα), μέχρι που να κοπεί καλά η καλαμιά και να τριφτούν τα στάχυα και τότε βγάζουν τα άλογα και μαζεύουν το αλώνισμα σωρό στον στιχερό. Τρώνε και το κοτόπουλο με ρύζι πιλάφι ή τη βραστογαλιά, που έφερε η Κυρά και το στήνουν στο τραγούδι ως επί το πλείστον (γιατί κουρασμένοι καθώς είναι δεν έχουν όρεξη για χορό). Οι βαλμάδες παίρναν για αμοιβή δέκα τοις εκατό όλοι μαζί και το μοιραζόσαν ανάλογα τα ζώα του έκαστος. Από την άλλη ημέρα αρχίζει το λίχνισμα. Άμα λιχνιστεί θα το δρυμονήσουν με το μεγάλο δρυμόνι (την κοσκίνα) και μετά το μετράνε με τον τενεκέ Ελληνικού Μονοπωλίου. Δύο τενεκέδες κάνουν ένα κιλό (το μέτρημα των μοδίων το άφησαν και μένει μόνο η ευχή). Το μεταφέρουν σπίτι με τα σακιά, φορτωμένα στα ζώα και το ρίχνουν στα αμπάρια. Τότε ο νοικοκύρης πρώτη του δουλειά είναι να πάει στο νερόμυλο να αλέσει μια αλεσιά, για να δοκιμάσουν τι ψωμί κάνει, αν είναι άσπρο και λοιπά και εύχονται καλοφάγωτο.

 

 

 

 

 





ΣΠΟΡΑ - ΘΕΡΟΣ – ΑΛΩΝΙΣΜΑ 

 

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ

Οι γεωργοί της Δάφνης, από το καλοκαίρι, και στη γέμιση του φεγγαριού, θα έκοβαν τα κατάλληλα για την κατασκευή του αλετριού ξύλα, από δέντρο (δρυ), ώστε να ξεραθούν και να είναι ελαφριά, όταν θα έφτιαχναν και θα χρησιμοποιούσαν το αλέτρι, κατά τα τέλη του Σεπτέμβρη.

Το (ξύλινο) αλέτρι αποτελείτο από την αλετροπόδα, από το χερούλι, από το κυρίως αλέτρι (που, αν το ξύλο του ήταν κοντό, του πρόσθεταν ένα κομμάτι ακόμη, το οποίον ονόμαζαν σταβάρι) από τη σπάθη, από τα φτερά που ανοίγουν την αυλακιά, και από το υνί. Εκτός από το αλέτρι, έφτιαναν τον ζυγό, που θα έμπαινε στο σβέρκο των βοδιών, με δύο ημικυκλικά, λεπτά ξύλα κάτω από το λαιμό των βοδιών, τις ζεύγλες.

Στο μέσον ακριβώς του ζυγού, έδεναν με λουριά (από ξεραμένο χοιρινό πετσί ή από κατεργασμένο δέρμα βοδιού, που τα μαλάκωναν με χοιρινό λίπος για να είναι εύκαμπτα και ευκολομεταχείριστα), ένα στρογγυλό ξύλο, το λεγόμενων γκούζι, όπου έμπαινε (μέσα του) η μπροστινή άκρη του σταβαριού και στερεωνόταν εκεί με ένα μικρό, σκληρό ξυλάκι, την πρόγκα (διεμβολεύς), για να βρίσκει αντίσταση και να μην βγαίνει το αλέτρι από το γκούζι.

Τα ξύλα για το αλέτρι έπρεπε να ήσαντε απαραιτήτως από Πουρνάρι ή από Δέντρο. Και από Λουμάκι, δηλαδή βλαστός χωρίς ρόζους. Ειδικότερα, για το κυρίως αλέτρι, τον ζυγό και την αλετροπόδα, που είχαν το βάρος της εργασίας. Την κατασκευή την έκαναν μόνοι τους οι γεωργοί. Πολύ λίγοι ήσαντε εκείνοι που δεν γνώριζαν να πελεκάνε. Αυτοί τα έδιναν σε άλλους που ήξεραν και τα έφτιαναν αμισθεί. Δεν υπήρχε μάστορας εξ επαγγέλματος να κάνει αυτή τη δουλειά.

Η σπάθη παλαιότερα ήταν ξύλινη. Αργότερα έγινε σιδερένια. Με τον συνδυασμό όλων αυτών, γινόταν το ζεύξιμο των βοδιών στο αλέτρι (άροτρων του Ησιόδου). Τους κασμάδες, τα σκαλιστήρια και το υνί, τα αγόραζαν στο Πανηγύρι του χωριού (8 Σεπτεμβρίου). Αν είχαν παλιά τα πήγαιναν στο γύφτο (ή χαλκιά) για ατσάλωμα.

 

 

 

ΣΠΟΡΑ

Μόλις αρχίζουν τα Πρωτοβρόχια, άρχιζε και η σπορά. Σαν πρωτοζέχνανε τα βόδια, έλεγαν, κάνοντας το Σταυρό τους:

Άγιε Μόδεστε! Άγιε Στυλιανέ! και Άγιο Πνεύμα! Κίνα μόσχο μου!... και ξεκίναγαν τα βόδια.

Πρώτα έσπερναν τα παρασπόρια, δηλαδή το κριθάρι, τον βίκο, την βρώμη, το λαθούρι και τη φακή. Όσοι δεν διέθεταν ζευγάρι βόδια και είχαν μόνον ένα βόδι, φρόντιζαν από νωρίς και έβρισκαν έναν

άλλον, που και αυτός είχε ένα βόδι και ζευγαρώνανε. Αυτοί λεγόντουσαν Σέμπροι. Πήγαιναν την μια βδομάδα στου ενός και την άλλη στου αλλουνού.

Επίσης, ορισμένοι, που είχαν πολλά χωράφια, έδιναν μισιακά και σε έναν που δεν είχε πολλά. Ο καθένας τους έβαζε τον μισό σπόρο και στο τέλος μοίραζαν ότι έβγαζαν από τη σοδειά. Άλλοτε τα έδιναν με το γέμπορο (γεώμορων;), δηλαδή ο ιδιοκτήτης του χωραφιού έπαιρνε μόνον όσον σπόρον θα έριχνε στο χωράφι ο ενοικιαστής. Οι γεωργοί φρόντιζαν να είναι ο σπόρος καθαρός, από ασπρόσταρο μαυραγάνι. Γι’ αυτό κάθε 3-4 χρόνια τον διάλεγαν αστάχυ – αστάχυ από τα δεμάτια και το αλώνιζαν ή το στρούμπαγαν χωριστά.

Η ημέρα ενάρξεως της σποράς του σιταριού ήταν ορισμένη ημέρα (οριζόμενη από τον Δήμαρχο, κυρίως διά τον λόγο ότι από την ημέρα εκείνην έπαυαν να βόσκουν ελεύθερα τα χωράφια οι τσοπάνηδες και έπρεπε να το ξέρουν, ώστε να μη γίνονται συγχύσεις). Την ημέρα αυτήν την έλεγαν «Της αρχισπορίτισας».

Πρωί-πρωί, την ημέρα εκείνην, έβαζαν τον σπόρο στο δισάκι, τα φόρτωναν σ’ ένα ζώον όλα (αλέτρι, ξινάρια, σπόρο, ζυγό κλπ.) και πήγαιναν στο χωράφι. Έζεχναν τα βόδια, έκαναν το Σταυρό τους και

άρχιζε το όργωμα, ενώ ευχόντουσαν: Καλή αρχή!... Χίλια μόδια κι ο σπόρος χώρια!...

Τα Μόδια είναι λέξις αρχαία, που αναφέρεται και εις το Ευαγγέλιο, και σημαίνει ένα δοχείον μετρήσεως του σιταριού, και άλλων ξηρών προϊόντων, με περιεκτικότητα 4.300 ή 6.500 γραμ. ισοδυναμούν με το έν έκτον του αττικού μεδίμνου. (Αργότερο εις Στρέζοβα είχαν ένα μετάλλικο δοχείο κυλινδρικό που το ονόμαζαν μίκοιλον. Δύο γεμάτα μίκοιλα αποτελούσαν το κοίλο ή κιλό και έλεγαν ότι ο τάδε έκαμε τόσα κοίλα σιτάρι και είχε χωρητικότητα περίπου όσην ένας τενεκές (δοχείον ή λάτα) πετρελαίου. Τελευταίως γενικεύθει η μέτρηση με τον Τενεκέ του Πετρελαίου, λόγω ευκολίας και αφθονίας τοιούτων δοχείων).

 

 

ΣΠΟΡΑ ΚΑΙ ΕΟΡΤΕΣ

Την ημέρα εκείνη έπαιρναν μαζί τους και γλυκίσματα, καρύδια, αμύγδαλα, σουτζούκια και τσιαπέλλες (σύκα), εις ένδειξη του να είναι το σιτάρι γλυκό (αλλά και διότι όλα αυτά είναι πολύ τονωτικά τρόφιμα, στην αρχή των βαριών εργασιών, όπως το όργωμα και το τσάπισμα).

Έτσι συνέχιζε η σπορά, μπροστά ο ζευγάς με τα βόδια και πίσω οι σκαλιστάδες που σκάλιζαν τις παραυλακιές, που δεν έκοβε το υνί του αλετριού (από στραβό όργωμα, από πέτρες, από ρίζες, από υπερπήδηση του αλετριού). Στις 21 Νοεμβρίου, την εορτή τα Εισόδια της Θεοτόκου, την έλεγαν της Μεσοσπορίτισσας και όλοι επαναλάμβαναν την παροιμιώδη φράση:

Μισό έσπειρα, μισό έφαγα, μισό έχω στ’ αμπάρι.

Στις 16 Δεκεμβρίου, εορτή του Αγίου Μοδέστου, προστάτου των ζώων, δεν πήγαιναν στο χωράφι, γιατί εόρταζαν τα ζώα. Γι’ αυτό οι νοικοκυράδες έφτιαναν λειτουργιές και τις πήγαιναν στην Εκκλησία και διάβαζε ο Παπάς ευχές για τα ζώα και για τη σπορά. Αργότερα όμως το έθιμο το άφησαν και πήγαιναν στο χωράφι. Αλλά ενθυμούμαι μια φορά, που η Μάνα μου είχε φτιάξει λειτουργιές για τα ζώα, αλλά δεν την αφήσαμε να τις πάει στον Παπά και τις πήραμε στο χωράφι. Αλλά, καθώς είμαστε απασχολημένοι εμείς με την εργασία, βρήκε την ευκαιρία το γαϊδούρι και πήγε και τις έφαγε όλες και μείναμε νηστικοί εκείνη την ημέρα. Ευχαριστήθηκε η Μάνα μου τότε με το πάθημά μας, που ο Άγιος έκανε το θαύμα του, γιατί δεν την αφήναμε να τις πάει να λειτουργήσει στην Εκκλησία. Έτσι συνεχίζετο η σπορά μέχρι τα τέλη του Δεκεμβρίου, που ετελείωνε το σπαρτό. Την ημέρα των Φώτων, μετά την Εκκλησία, έπαιρνε ο Ζευγολάτης Αγιασμό και πήγαινε στα χωράφια να τα αγιάσει και να ίδει και τα φυτρωμένα, πως είχαν φυτρώσει, δασεία ή αργιά. Εύχονται να μη βρέχει των Φώτων κι έλεγαν:

Χαρά στα Φώτα τα στεγνά και τη Λαμπρή να βρέχει.

Επίσης έλεγαν:

Η Λαμπρή καλοβρεμμένη και η κοφίνα γεμισμένη, κι αυτό, επειδή, πολύ παλιά, τα σιτάρια τα έβαζαν (και τα αποθήκευαν) στις κοφίνες (που τις είχαν εσωτερικώς αλειμμένες με λάσπη, για στεγανότητα κατά της υγρασίας και κατά των ποντικών). Αυτές αργότερα αντικαταστάθηκαν με τα αμπάρια, που είχαν επένδυση εσωτερική από λαμαρίνα.

 

 





 

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

 

Ο ΓΑΜΟΣ

 

Τ’ αγόρια και τα κορίτσια της παλιάς εποχής δεν είχαν μεταξύ τους καμιά σχέση κοινωνική. Ιδίως οι κοπέλες απέφευγαν να ειπούν και «καλημέρα» ακόμη στους νέους. Κορίτσια και αγόρια, όταν το έφερνε να συνομιλήσουν, γινόντουσαν κατακόκκινα σαν παπαρούνες από ντροπή. Η ντροπή ήταν διάχυτη στα κορίτσια. Στο χορό που πιάνονταν χέρι-χέρι, για ν’ αποφύγουν το χέρι του αγοριού, έδιναν στους νέους το χειρομάνδηλο τους να πιαστούν, αν εκείνοι δεν πρόσφεραν το δικό τους.

Ο σεβασμός προς τους γονείς ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Την νύφη ή τον γαμπρό τον έβρισκαν αυτοί στα παιδιά τους. Η ηλικία των μελλονύμφων ήταν συνήθως μεγαλύτερη των 22 ετών. Τα παιδιά, είτε τους άρεσε είτε όχι το πρόσωπο, δεν έφερναν αντίρρηση, αφού το ήθελε ο πατέρας ή η μητέρα.

Χαρακτηριστικό δε του σεβασμού και της υπακοής της εποχής εκείνης προς τους κηδεμόνες τους είναι και το εξής περιστατικό:

«Ορφανής από πατέρα κόρης, της βρήκε τον γαμπρό ο θείος της»

Στην εκκλησία, ως συνηθίζεται, ρωτήθηκε από τον παπά, αν θέλει τον γαμπρό και απάντησε:

«Ότι ειπεί... ο θείος μου»

 

ΠΡΟΞΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΣΤΕΙΑ

Εκείνος που φτιάχνε το προξενειό έπρεπε να συμπαθεί ένα από τα πρόσωπα που θα πάντρευε. Συνήθως δεν έπαιρνε καμιά αμοιβή.

 

ΠΡΟΞΕΝΗΤΑΔΕΣ.

Ο προξενητής έπρεπε να είναι εξηνταβελόνης, δηλ. πρόσωπο με πολλά και παχιά λόγια. Πολλές φορές ανέτρεπε τις αντιρρήσεις του ενός ή του άλλου λέγοντας τερατώδη πράγματα.

Αν πετύχαινε η προσπάθεια λέγανε, ότι «το φτιάσανε το συμπεθεριό» και ο δείνα παίρνει την τάδε. Ο προξενητής ειδοποιούσε για το αποτέλεσμα και τα δύο σπίτια, οπότε το ίδιο βράδυ ξεκινάγανε οι στενοί συγγενείς της νύφης και πηγαίνανε στο σπίτι του γαμπρού,

όπου γλεντούσαν ευχόμενοι:

«Να ζήσουν». «Στερεωμένα»

Το γλέντι συνεχιζότανε μέχρι το πρωί, οπότε, τραγουδώντας και «ντουφεκορίχνοντας» βγαίνανε στην αγορά για να γίνει γνωστό το συμπεθεριό.

Μετά από τα προξενειά τα δύο σπίτια συνεννοούντο για την ημέρα των αρραβώνων. Συνήθως τους ορίζανε μια γιορτή απόγευμα.

 

ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ

Ξεκινούσαν οι συγγενείς του γαμπρού με γλυκά στις κανίστρες (συνήθως μπακλαβά, κουραμπιέδες και παντεσπάνι) και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Εκεί άλλαζε τις βέρες ο πατέρας του γαμπρού και μετά από αυτό ο γαμπρός με την νύφη αλλάζουνε φιλί.

Τέλος, όσοι παρευρίσκοντο στους αρραβώνες ευχόντουσαν στους αρραβωνιασμένους:

 

«Η ώρα η καλή» - «Καλά στέφανα».

Την διάρκεια των αρραβώνων την κανόνιζαν πάλι από κοινού τα δύο σπίτια.

Συνήθως τα παλιότερα χρόνια «δεν το παρατραβάγανε», γιατί υπήρχε κίνδυνος να κατηγορήσουν ένα από τα δυό πρόσωπα και να τα χαλάσουν. Κατά την περίοδο των αρραβώνων η νύφη δεν επισκέπτεται καθόλου το σπίτι του γαμπρού. Πολλοί δεν έκαναν καθόλου αρραβώνες.

Μετά το προξενειό γίνετε σύντομα (σε 15 μέρες) ο γάμος. Η στέψης ορίζετε συνήθως Κυριακή ή εν ανάγκη Πέμπτη. Ποτέ άλλη ημέρα.

 

ΠΡΟΖΥΜΙΑ

Όταν ορίζετε Κυριακή, την Τετάρτη ανάπιαναν τα προζύμια, έκαναν δηλαδή εγκαίρως το προζύμι γιατί θα ζύμωναν την επομένη τα πολλά, μεγάλα και περιποιημένα ψωμιά για τα τραπέζια του γάμου.

Παρευρίσκονταν στενοί συγγενείς και στενοί φίλοι από τα δύο μέρη. Ζέσταιναν νερό, που το έπαιρναν 2-3 παιδάκια και το έριχναν σ’ ένα μεγάλο δοχείο (τέντζερη). Όλοι οι παρευρισκόμενοι έριχναν στο νερό νομίσματα, τα οποία ανήκανε στα παιδάκια που έριχναν το νερό και τα μοίραζαν. Ακολουθούσε γλέντι με τουφεκιές μέχρι το πρωί.

 

ΠΡΟΙΚΟΧΑΡΤΙ

Την Πέμπτη, όταν με το ζύμωμα των ψωμιών του γάμου, προόδευε η διαδικασία του γάμου, ερχόντουσαν στο σπίτι της νύφης συγγενείς του γαμπρού συνοδευόμενοι από 2 καλά σοβαρά πρόσωπα του χωριού φιλικά και των δύο μερών (ως μάρτυρες) και «προικολαβαίνανε», δηλ. έκαναν έναν κατάλογο των ειδών της προίκας της νύφης, τον οποίον έλεγαν προικοχάρτι. Η προίκα της νύφης αποτελείτο από χωράφια ξερικά, χωράφια ποτιστικά, αμπέλια, γιδοπρόβατα, βόδια, άλογα, χρήματα και τέλος μαλλινόρουχα, «πάνινα» ρούχα και ενδύματα, έπιπλα και σκεύη.

Αν κατά την παραλαβή των προικιών έλειπε, έστω και ένα είδος από τον κατάλογο αυτόν, ήτο ενδεχόμενον ο γάμος να διαλυθεί. Είχαν συμβεί τέτοια περιστατικά στη Δάφνη και στη γύρω περιοχή.

 

ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ

Την Παρασκευή έφτιαχναν τα καλέσματα για τον γάμο από κοινού και στα δύο σπίτια. Το κάθε κάλεσμα αποτελούσαν ζαχαράτα «αγκαθωτά» και γαρύφαλλα άτριφτα. Συνήθως σε μονό αριθμό (1, 3, 5), που τα δίπλωναν σε ροζ χαρτάκι.

Τα καλέσματα βαλμένα σ’ ένα κανιστρέλι, τα στέλνανε στο σπίτι την ημέρα με παιδάκια. Το Σάββατο καλούσε στο σπίτι της η νύφη τις φιλενάδες της να ντύσουν τα προικιά δηλ. τα ρούχα κ.λπ. να τα κάμουν μπόγους (τέγκια), στολισμένα με μαξιλάρες, κεντήματα και κορδέλες. Απαραίτητα ήταν δύο στρώματα από ύφασμα υφαντό στον αργαλειό, τα οποία γέμιζαν με πούσια (φύλλα αραποσιτόκαρπου). Το ένα προοριζότανε για τα πεθερικά της και το άλλο για τα νιογάμπρια. Κατά το μεσημέρι, αφού είχε τελειώσει το τάγκιασμα, ερχότανε ο γαμπρός με φίλους του και ασήμωνε (έριχνε χρήματα) τα ρούχα.

Έριχνε συνήθως κουφέτα και κέρματα. Τα χρήματα και τα κουφέτα τα μάζευαν και τα μοίραζαν μεταξύ τους τα κορίτσια που έραιναν τα προικιά με ρύζι και ανθοπέταλα.

Μετά έστηναν οι κοπέλες χορό μεταξύ τους. Ο γαμπρός έστελνε την ίδια ημέρα καλέσματα στη νύφη τα εξής: Ένα έως τρία σφαχτά ή ζωντανά αρνιά ή κατσίκια στολισμένα στο κεφάλι με λουλούδια, μια κάνιστρα με συνηθισμένα γλυκά, μια χιλιάρα μπουκάλα με κρασί, μια με νερό και το νυφικό της, τα οποία έφεραν, το μεν σφαχτό ένας μπροστά και τα λοιπά δύο άλλοι καβαλάρηδες, στα χέρια τους.

Οι ίδιοι οι καλεστάδες με την επιστροφή από τη νύφη, έπαιρναν τα δώρα τους για τον γαμπρό. (Σωβρακοπουκάμισα και γλυκά).

Οι καλεσμένοι είναι, κατά έθιμο αμοιβαιότητας, υποχρεωμένοι να στείλουν στους συγγενείς τους (γαμπρό ή νύφη) το δώρο τους σε τρόφιμα που το λένε κανίσκι. Έβαζαν σε στολισμένη με δαντέλλα και άνθη κανίστρα κρέας, ψωμί και κρασί και το ‘στελναν το Σάββατο το απόγευμα με παιδί καλοντυμένο και στολισμένο με πολύχρωμο μεταξωτό μαντήλι.

 

ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ

Το Σάββατο το βράδυ η νύφη κάνει τραπέζι στους δικούς τους.

Εκεί αφού φάνε, αρχίζει ένα γλέντι με τραγούδια κάπως συγκινητικά, διότι αναφέρονται στον αποχαιρετισμό της νύφης. Το πιο τυπικό ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ είναι:

Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ

μάνα μ’ έδιωχνε από τ’ αρχοντικό της

και ο πατέρας μου κι αυτός, μου λέει: Φεύγα!...

Φεύγω κλαίοντας, το Θεό παρακαλώντας.

Βρίσκω ένα δεντρί, ψηλό σαν κυπαρίσσι:

Δέξου με δεντρί, δέξου με κυπαρίσσι!...

 

Παράνυμφος συνήθως ορίζεται ο ανάδοχος του γαμπρού, ο νουνός του. Ειδοποιείται πολύ νωρίς για το ευτυχές γεγονός και απαντά αν θα δεχθεί να παραστεί εις την στέψη ως κουμπάρος. Αν δεν δεχθεί ευρίσκει ο γαμπρός κάποιον άλλον φίλο του ή συγγενή.

Τον κουμπάρο τον καλεί ο γαμπρός από την Παρασκευή με γλυκό ταψιού.

 

 

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ

Στην είσοδο του σπιτιού περιμένει μια γυναίκα με το αρσενικό παιδί της, το οποίο προσφέρει στη νύφη που φθάνει. Εκείνη το αγκαλιάζει, το φυλάει, του βάζει μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό και το ξαναδίνει στη μάνα του. Προχωρεί έπειτα μέσα στο σπίτι. Εκεί την περιμένει η πεθερά που έχει βάλει στο πάτωμα ένα σιδερικό, να το πατήσει η νύφη και να είναι γερή σαν το σίδερο. Η νύφη ζώνει την πεθερά μ’ ένα άσπρο μαντήλι κεφαλής (τσεμπέρι), το οποίο φέρνει απ’ το σπίτι της, ενώ η πεθερά σκεπάζει με άσπρο επίσης μαντήλι το κεφάλι της νύφης. Αλλάζουν φιλιά και ευχές.

Όλοι οι ευρισκόμενοι μέσα στο σπίτι φιλεύονται και το στήνουν στο χορό. Η νύφη αλλάζει. Βγάζει τα νυφικά της και φοράει συνήθως ένα ταγιέρ. Κατά το σούρουπο, τα νιογάμπρια, μαζί με πολλούς συγγενείς του γαμπρού, επιστρέφουν στο σπίτι της νύφης να αποχαιρετήσουν και πάλι. Η επιστροφή αυτή λέγεται πιστρόφια.

 

ΓΑΜΗΛΙΟ ΓΕΥΜΑ

Εν τω μεταξύ στο σπίτι του γαμπρού αυτοσχέδιοι μάγειροι ετοιμάζουν το γαμήλιο δείπνο από τα προσφερθέντα κανίσκια. Τα φαγητά στους γάμους είναι συνήθως κρέας χοντρό «πραματίτσιο» με ρύζι πιλάφι ή σοφιγάδο (στιφάδο).

Αφού ετοιμασθούν τα φαγητά, συγγένισσες του γαμπρού ετοιμάζουν τραπέζι. Στο κύριο τραπέζι κάθονται οι νιόγαμπροι, οι γονείς του γαμπρού, ο κουμπάρος και ο παπάς. Οι προσκεκλημένοι διαμοιράζονται σ’ άλλα τραπέζια.

Μετά τα ορεκτικά, τους μεζέδες και το πρώτο πιάτο, προπίνει πρώτος ο κουμπάρος και έτσι «σηκώνει τα γιομάτα» (ποτήρια με κρασί). Εύχεται να ζήσουν οι νεόνυμφοι, στους γονείς «Να τους ζήσουν» και στους λοιπούς «ότι έκαστος επιθυμεί» και «κατεβάζει» όλο το ποτήρι και επιλέγει:

― Καλώς να σ’ εύρω... τάδε, ο οποίος θα τραγουδήσει μετά απ’ αυτόν. Κάθεται κι αρχίζει το τραγούδι του συνοδεία όλων των οργάνων.

Παίρνει σειρά έπειτα αυτός που «βρήκε» ο κουμπάρος. Σηκώνει κι αυτός τα γιομάτα, εύχεται χαρούμενα και κεφάτα και επαναλαμβάνει το «καλώς να σ’ εύρω... τάδε» (όποιον θέλει να τραγουδήσει μετά απ’ αυτόν), και «πιάνει» το καλύτερό του τραγούδι.

Αυτά συνεχίζονται ώσπου να ευχηθούν και να τραγουδήσουν όλοι. Σε κάποιον γάμο «βρήκαν» και το γαμπρό. Αλλά δεν γνώριζε τραγούδια. Στην πίεση των συνδαιτυμόνων αναγκάσθηκε να πει αυτό που... τραγουδούσαν στο Στρατό.

 

«Σαν πεθάνω μες τη μάχη

στου πολέμου τη φωτιά...»

 

φυσικά έγινε ιλαρός πανζουρλισμός.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ

Όταν έλθει η σειρά της νύφης λέγει το εξής τραγούδι:

 

Ποτέ μου δεν ξενόμενα

κι απόψε πού θα μείνω;

Θα μείνω στην αγάπη μου

θα μείνω στην καλή μου

να με κερνά γλυκό κρασί,

ώσπου να ξημερώσει,

ώσπου να βγει ο αυγερινός

να πάρει η πούλια γιόμα.

 

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Σαν περάσουν τα μεσάνυχτα, οι νεόνυμφοι αποσύρονται στην νυμφική παστάδα. Συνήθως συνοδεύονται υπό της πεθεράς ή κάποιας ηλικιωμένης συγγένισσας του γαμπρού. Η πεθερά αλλάζει τη νύφη. Της φορά ειδικό νυφικό νυχτικό, το πουκάμισο. Σ’ αυτό θα γίνει το σημάδι. Δηλαδή θα δεχθεί τις

πρώτες σταγόνες αίματος της παρθενίας της νύφης και θα είναι το τεκμήριο της αγνότητάς της.

Καλούσαν αργότερα οι νεόνυμφοι την πεθερά και της έδιναν το «πουκάμισο» με το «σημάδι». Κατόπιν έπαιρναν το πουκάμισο σε δίσκο και πήγαιναν, το ζευγάρι με την πεθερά πάλι στην αίθουσα του γλεντιού. Στην εμφάνιση του πουκάμισου με το σημάδι της παρθενίας, όλοι σηκωνόταν από τη θέση τους. Έριχναν τουφεκιές και με πραγματικό ξεφάντωμα συνέχιζαν το γλέντι τραγουδώντας και χορεύοντας. Ο δίσκος με το πουκάμισο περιφέρετε γύρω στους συνδαιτυμόνες που το ασήμωναν (έριχναν χρήματα στο δίσκο), ενώ κάποιος έτρεχε για τα συχαρίκια στο σπίτι της νύφης, όπου η μάνα της τού έδινε μαντήλι μεταξωτό.

Εάν δεν βγάνανε πουκάμισο «στα φόρα» οι προσκεκλημένοι αποσύρονται ο καθένας με τον τρόπο του και το γλέντι σταματούσε.

Πολλές φορές αυτό ήταν η αιτία να διαλυθεί ο γάμος.

Διηγούνται, ότι σε πολύ παλιά χρόνια, νύφες που δεν ήταν παρθένες τις έβαζαν σε λάγιο γάιδαρο και τις γύριζαν στο χωριό για ρεζίλεμα.

Το πουκάμισο το έβγαζαν στο εμφανέστερο σημείο (παράθυρο) του σπιτιού, όπου το κρατούσαν απλωμένο 2-3 ημέρες να το βλέπει ο κόσμος.

Τα χαράματα της Δευτέρας οι συμπέθεροι με τα όργανα και ο γαμπρός κατεβαίνουν (ή ανεβαίνουν) τραγουδώντας στην αγορά για καφέ. Το τραγούδι που συνηθίζουν να λένε είναι:

 

Τώρα οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε:

― Ξύπνα αφέντη μου! Ξύπνα, καλέ μου αφέντη!

― Ξύπν’ αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο κι’ άσπρονε λαιμό,

βυζάκια σαν λεμόνια, σαν το κρύο νερό!...

 

Έτσι τραγουδώντας φθάνουν και στο σπίτι της νύφης, όπου η μάνα της φίλευε τους συμπεθέρους.

Την τρίτη ημέρα μετά το γάμο, η νύφη με συνοδεία δύο αγόρια που να’ χουν τους γονείς τους, έπαιρνε δύο κανάτια (μαστραπάδες) στα χέρια της, πήγαινε στη βρύση της γειτονιάς της για νερό! Ασήμωνε τη βρύση ρίχνοντας χρήματα στην κουτούλα, τα οποία έπαιρναν τα δυό παιδάκια. Η νύφη γέμιζε τα κανάτια με νερό που το’ λεγαν ασημόνερο.

Με το ασημόνερο ζύμωνε η νύφη το πρώτο ψωμί στο νέο της σπιτικό.

Ο γαμπρός την Δευτέρα και την Τρίτη δεν έβγαινε από το σπίτι για εξωτερικές δουλειές. Εξ’ αυτού και το δίστιχο:

 

Την Δευτέρα και την Τρίτη

μένει ο γαμπρός στο σπίτι.

Την Τετάρτη και την Πέφτη

μετανιώνει που παντρεύτει.

 

Στις 8 ημέρες μετά το γάμο, τα νιογάμπρια, με συνοδεία τους συγγενείς του γαμπρού, μετά την απόλυση της εκκλησίας (τα νιογάμπρια δεν εκκλησιάζονται την α’ Κυριακή μετά το γάμο) επισκέπτονται τα σπίτια των συγγενών της νύφης. Τούτο, για να γνωρίσει ο γαμπρός τους συγγενείς της γυναίκας του.

 

Στις 15 μετά τον γάμο γίνεται αντιστρόφως. Αφού εκκλησιασθούν τα νιογάμπρια, επισκέπτονται πάλι με συνοδεία τα συγγενικά πρόσωπα του γαμπρού, τα σπίτια των συγγενών του γαμπρού.

Αν κανείς από τους συγγενείς της νύφης ακολουθούσε στις επισκέψεις αυτές, συνήθιζαν να λένε: «Θα του φορέσουμε σαμάρι».

(Διότι χώνεται εκεί που δεν πρέπει).

Εάν η νύφη παντρεύεται για δεύτερη φορά (με ελεύθερο ή χήρο) δεν φορά πέπλο.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Το πρωί της ημέρας του γάμου ο γαμπρός στέλνει (μουσικά) όργανα στο σπίτι της νύφης «να χορέψουν τα προικιά» (ρούχα). Βάζουν ένα μπόγο ρούχα στη μέση του δωματίου ή της αυλής και στήνουν οι παρευρισκόμενοι χορό γύρω του.

Κατά το μεσημέρι μια ομάδα από τους πιο μερακλήδες συγγενείς του γαμπρού πηγαίνουν με τα όργανα στο σπίτι του κουμπάρου να τον πάρουν για φαγητό.

Φεύγοντας από το σπίτι του ο κουμπάρος θα πάρει μαζί του και μια πιατέλα γλυκά για τον γαμπρό.

Μετά το φαγητό (στο σπίτι του γαμπρού το μεσημέρι της Κυριακής),

θα ξεκινήσουν (η πομπή) για να πάρουν τη νύφη. Τον γαμπρό εύχονται οι γονείς του θερμά τον ασπάζονται στο πρόσωπο και αυτός τους φιλεί το δεξί χέρι.

Η ΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ - ΤΟ ΣΥΜΠΕΘΕΡΙΟ

Μπροστά - μπροστά πάνε καβαλάρηδες, με ανάλογα ζώα (μουλάρια) για να φορτώσουν

τα προικιά της νύφης.

Ακολουθεί ένα παιδάκι του κουμπάρου με τα στέφανα επάνω σε φόρεμα της νύφης (δώρο

του κουμπάρου) και τις λαμπάδες στην «παντιέρα» - μεγάλο μεταλλικό δίσκο, συνήθως ωοειδούς σχήματος, στολισμένο με πολύχρωμες κορδέλες, άνθη, ρύζι και κουφέτα.

Κατόπιν πάνε τα όργανα (Κλαρίνο - βιολί - λαούτο - νταβούλι) και ακολουθούν οι τάγιες

(στενές συγγένισσες του γαμπρού ντυμένες με παλαιές ελληνικές φορεσιές). Ακολουθεί ο

γαμπρός, ο κουμπάρος, οι γονείς του γαμπρού και όλοι οι καλεσμένοι και ακάλεστοι ακόμη.

Ήταν γραφική η χαρούμενη αυτή γαμήλιος πομπή για να πάρουν τη νύφη. Σαν φτάνουν, ξεφεύγει ένας πεζός, ο συχαρικιάρης και πηγαίνει νωρίτερα από τους συμπεθέρους στο σπίτι της νύφης όπου αναγγέλλει τον ερχομό του συμπεθεριού για να πάρουν τη νύφη στην εκκλησία.

Η νύφη δίνει στον συχαρικιάρη μια τσίτσα γεμάτη κρασί, του καρφιτσώνει ένα μαντήλι μεταξωτό στο πέτο του σακακιού. Αυτός επιστρέφει τρεχάτος, συναντά το ερχόμενο συμπεθεριό και προσφέρει την τσίτσα σε όλους με σειρά να πιούν κρασί - χαιρετίσματα - από τηνύφη. Όλοι εύχονται δυνατά:

― Να μας ζήσουν!...

Σαν φθάσει το συμπεθεριό στο σπίτι της νύφης, τα όργανα κάθονται έξω και παίζουν το χαρακτηριστικό και γνωστό σ’ όλη σχεδόν την Ελλάδα τραγούδι της νύφης.

Εκίνησε η λεβεντουριά κι ούλα τα παλικάρια

τά ’μορφα και τ’ ανύπαντρα και τ’ αρρεβωνιασμένα.

Καράβι(ν) αρματώνανε, νύφη να πά’ να πάρουν

κι απ’ τα τραγούδια τα πολλά και τα πολλά ντουφέκια,

γιόμισε η θάλασσα κουπιά, κι οι άκρες παλικάρια.

Οι λοιποί πηγαίνουν μέσα στο σπίτι και οι γυναίκες (τάγιες) σερβίρονται με ιδιαίτερο γλυκό (μπακλαΐ ή παντεσπάνι) και όλοι οι άλλοι φιλεύονται (σερβίρονται) με δίπλες και κρασί. Συγχρόνως γίνεται η φόρτωση της προίκας.

Στα ζώα δένουν από τα χαλινάρια ένα μαντήλι μεταξωτό είτε μπροστά στο κούτελο είτε πλάι στο μάγουλο, από το χαλινάρι του ζώου.

Η νύφη είναι από ώρα ντυμένη το νυφικό της, φορεί το πέπλο, και οι φιλενάδες της κάνουν τις τελευταίες περιποιήσεις των μαλλιών και της εμφανίσεώς της γενικά. Φορεί τα δακτυλίδια - δώρα - τα πατρογονικά χρυσαφικά στο λαιμό, βραχιόλια, σκουλαρίκια και κρατεί μαντηλάκι κομψό μεταξωτό στο χέρι (με γάντια ή χωρίς γάντια κοντά ή μακριά).

Πριν φύγει η νύφη, αποχαιρετά συγκινημένη και με δάκρυα χαράς τους γονείς της. Αυτοί την ασπάζονται τρυφερά στο πρόσωπο κι εκείνη φιλεί το δεξί τους χέρι, υποκλίνεται μπροστά τους και καμιά φορά φιλεί και τα πόδια τους. Δακρυσμένοι από χαρά και συγκίνηση τής εύχονται κάθε ευτυχία στη νέα τους ζωή.

Εν τω μεταξύ οι συμπέθεροι, για λογαριασμό της νύφης, τραγουδούν το γνωστό τραγούδι του αποχαιρετισμού:

ΚΙΤΡΟΛΕΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑ ΜΟΥ

― Κιτρολεμονιά και μαντζουράνα μου,

αρνήσου τους δικούς σου κι έλα αντάμα μου!

― Πώς να τους αρνηθώ και πώς να τους το πω;

Πούμαι κοριτσάκι δεκαοκτώ χρονώ!...

― Έχε γειά πατέρα και μητέρα μου

― Στο καλό κόρη και θυγατέρα μου!

 

ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η πομπή ξεκινά κατά την ίδια σειρά για την εκκλησία της ενορίας της νύφης.

Στο παιδί με τα στέφανα καρφιτσώνει (δωρίζει) η νύφη στο πέτο του σακακιού του ένα μεταξωτό μαντήλι, ενώ τα ζώα επιστρέφουν φορτωμένα για το σπίτι του γαμπρού. Ακολουθούν οι τάγιες και τέλος η νύφη στηριζομένη εις τον βραχίονα του πατρός της και του αδελφού της ή κάποιου εκ των θείων της.

Όταν τα προικιά φθάνουν στο σπίτι του γαμπρού, οι συνοδοί των ζώων παίρνουν ένα μαξιλάρι από αυτά που μεταφέρουν και το πετούν στα κεραμίδια του σπιτιού του γαμπρού, για το καλό (γούρι) και εκεί μένει 3 ημέρες.

Οι μελλόνυμφοι οδηγούνται εντός της εκκλησίας υπό του ιερέως, ψάλλοντας το «Άξιον εστις ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον...» και αρχίζει η τέλεση του μυστηρίου. Συνηθίζεται να ερωτώνται τα νιογάμπρια υπό του ιερέως, αν θελιώνται. Και, αφού απαντήσουν και οι δυό ΝΑΙ, συνεχίζεται το μυστήριο.

Εις την περικοπή του Αποστόλου που λέγει: «...Η δε γυνή να φοβάται τον άνδρα...», μερικές νύφες προσπαθούν να πατήσουν το πόδι του γαμπρού για να μη μπορέσει να τους πάρει τον αέρα. Δηλ. να τον έχουν του χεριού τους. Πίσω από τα νιογάμπρια στέκονται δύο γυναίκες, συγγένισσες τους, να τούς φροντίζουν με μαντηλάκι είτε για τον ιδρώτα είτε στα χείλη όταν ψάλλετε το «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι...».

Το ποτήρι από το οποίο γεύεται το αγιασμένο κρασί και ο κουμπάρος, το πετά κάτω και το σπάζει. Κατά τον χορό του Ησαΐα, τα παλιότερα χρόνια, πετούσαν στα νιογάμπρια μύγδαλα και ρύζι. Σήμερα τους ραίνουν με κουφέτα, ρύζι και ανθοπέταλα. Ο γαμπρός φέρνει στην εκκλησία για τον παπά, μέσα σε πολύχρωμο αφόριο τράστο, πρόσφορο, γλυκό κρασί για το μυστήριο του γάμου και ένα κομμάτι κρέας από το σφαχτό του γάμου.

Συνήθως το καλύτερο μέρος (πλάτη).

Αυτό (το τράστο) το βάζουν κάτω από το τραπέζι που χρησιμοποιείται κατά την τέλεση του μυστηρίου.

Αφού τελείωνε η στέψη, οι παρευρισκόμενοι περνούσαν και ασπαζόμενοι τα στέφανα χαιρετούσαν τα νεόνυμφα. Ήταν έθιμο, όποιος ήθελε και είχε το θάρρος, σκαμπίλιζε το γαμπρό, ευχόμενος

καλή ζωή. Καμιά φορά ο γαμπρός τύχαινε να είναι ιδιότροπος και με το ίδιο θάρρος ανταπέδιδε το σκαμπίλι.

Τα κουφέτα του δίσκου που είναι τοποθετημένα τα στέφανα, τα μοιράζει ο παπάς στις ανύπαντρες κοπέλες, οι οποίες τα βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους και όποιον ονειρευθούν, πιστεύουν, ότι θα γίνει ο άντρας τους.

Αφού βγουν όλοι από την εκκλησία, γινόταν χορός έξω στο προαύλιο της εκκλησίας, με τα όργανα ή τραγουδώντας σε δύο ομάδες - ζυγές - τραγουδιστών που επαναλαμβάνουν κάθε στροφή.

Πρώτος χορεύει ο γαμπρός που τον κρατά ο κουμπάρος. Ακολουθεί η νύφη, ο κουμπάρος και οι στενοί συγγενείς.

Μετά το χορό αποχωρίζονται οι συγγενείς της νύφης, αφού την αποχαιρετήσουν. Η νύφη τώρα στηριζόμενη στο γαμπρό ξεκινά μαζί με τους συγγενείς του (προηγούνται τα όργανα). Κατά την μετάβαση στο σπίτι του γαμπρού φροντίζουν να σταυρώσουν τον δρόμο. Το’ χουν σε καλό.

 





 

 

 ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

Τα μικρά παιδάκια έπαιζαν γύρω από τις μητέρες τους με τις κουτσούνες και τα κουτσουνάκια τους (κούκλες φτιαγμένες από κουρέλια) και το κρυφτούλι. Τα μεγαλύτερα αγόρια έπαιζαν:

 

1)     Το κρυφτούλι (κρυφτό).

2)     Την αμπαρίτσα, τη γνωστή αμπάριζα.

3)     Το κυνηγητό.

4)     Τον ζτρόλο κατά τον οποίο ένας «τα φύλαγε», αφού έστηνε στη θέση του ένα λιθάρι, το οποίο σημάδευαν οι άλλοι με τις αμάδες (πλακουδές πέτρες).

5)     Τη γουρουνίτσα κατά την οποία 4-5 παιδιά κρατούσαν ξύλα και κτυπούσαν ένα κότσαλο να μην πέσει σε μια γουβίτσα, πράγμα που επεδίωκε με το ξύλο του εκείνος που τα φύλαγε.

6)     Τα πίτσια, σημάδεμα με αμάδες ενός στρογγυλούτσικου λιθαριού. Όποιος δεν το πετύχαινε έχανε και «τα φύλαγε».

7)     Την γνωστή τυφλοπάνα (τυφλόμυγα).

8)     Τα καροτσίνια, μικρά κάρα με μια ροδούλα και δυό χερούλια, με τα οποία μεταφέρονταν από τους άλλους εναλλάξ όσοι κέρδιζαν.

9)     Ταμ - ψειριρίμ. Το γνωστό δακτυλιδάκι.

10)  Την ξυλογαϊδάρα, τη γνωστή τραμπάλα.

11)  Τον κλίτσικα κατά τον οποίο κτυπούσαν ένα, πελεκημένο μυτερά και από τις δυό του άκρες, ξυλάκι, μήκους 0,15 και πλάτους 0,03, με ένα άλλο μακρύτερο ξυλάκι, οπότε εκείνο πηδούσε. Έχανε όποιος δεν το κατάφερνε να το κάνει να πηδήσει, να το κτυπήσει στον αέρα και να το στείλει μακριά.

12)  Το δικαστήριο. Κατ’ αυτό εγίνετο κανονική αναπαράσταση του πραγματικού δικαστηρίου.

13)  Το καρέλι: Κατ’ αυτό έβαζαν όρθιο το ξύλο μιας άδειας κουβαρίστρας και επάνω έβαζαν κέρματα, κουμπιά ή και γυαλιά (κομμάτια). Από μια ορισμένη απόσταση σημάδευαν το καρέλι με μια κυκλική πλακουδή πέτρα διαμέτρου 0,07. Όποιος το έριχνε κέρδιζε τα κέρματα που βρίσκονταν πλησιέστερα προς την πέτρα παρά στο καρέλι.

14)  Το στριφτό: Κατ’ αυτό έβαζαν κέρματα επί του έξω μέρους της παλάμης ανάποδα και τα πετούσαν ψηλά να στριφτούν. Εκερδίζοντο όσα έπεφταν με την κορώνα (το στέμμα) επάνω. Πρώτος το έστριβε εκείνος που έριχνε το κέρμα του πλησιέστερα προς το ορισμένο σημάδι.

15)  Οι ρεντζέλες. Τον Σεπτέμβριο μήνα που καθάριζαν τα βουτσιά (κρασοβάρελα) και έβγαζαν έξω από το παλιό ρετσίνι, το έπαιρναν τα παιδιά και σ’ ένα ροβολιακό μέρος, το άναβαν και, όταν αυτό έλιωνε, ξεκίναγε προς τα κάτω. Τα παιδιά τότε μ’ ένα ξυλάκι το κατηύθυναν έτσι, ώστε έφτιαχναν διάφορα σχέδια ή αντικείμενα (Ανθρωπάκια, σταυρούς, ζώα, μαχαίρια, πιρούνια κ.λ.π.).

16)   Τα πεντόβολα. Αυτά τα έπαιζαν τα κορίτσια. Έβρισκαν 5 ομαλές μικρές σφαιρικές πετρούλες (βότσαλα). Με το δεξί χέρι πετούσαν τη μία επάνω, και όσο να πέσει η πέτρα προσπαθούσαν να μαζέψουν με το ίδιο δεξί χέρι ένα - ένα τα υπόλοιπα 4 χαλίκια χωρίς να αγγίξουν τα άλλα και να τα περάσουν κάτω από την καμάρα που σχημάτιζαν στο χώμα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού (μέσος και αντίχειρ). Το έπαιζαν δύο και έχανε όποια δεν κατόρθωνε να περάσει με διαδοχικές προσπάθειες όλα τα πεντόβολα ή στην προσπάθειά της αυτή άγγιζε κάποιο άλλο βότσαλο ή δεν έπιανε την ιπτάμενη πέτρα.

17)  Τη μέλισσα που είναι γνωστή και σαν σχολικό παιγνίδι.

18)  Την κούνια (αιώρα) και άλλα ακόμη.

 

Παιγνίδια αγωνιστικά ήταν η πάλη, το τρέξιμο, το πήδημα και ο πετροπόλεμος.

Πετροπόλεμος. Αυτός γινόταν μεταξύ των παιδιών του επάνω χωριού (Απανουριώτες) και του κάτω χωριού (Κατουργιώτες).





 

 

ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ

 

Το βρέφος το κοιμίζουν σε ξύλινη κούνια καθιστή που λέγεται μπεσίκι. Ήταν καλοφτιαγμένο έπιπλο, με σκαλίσματα ενίοτε και δείγμα καλοστεκούμενης οικογένειας. Σ’ αυτό ήταν προφυλαγμένο το παιδί από κότες, γουρούνια, σκυλιά, γάτες, φίδια, σκορπιούς, μύγες, κουνούπια κλπ. Γιατί του έβαζαν από πάνω και κουνουπιέρα ή ένα τουλπάνι. Από το χερούλι του κρεμούσαν χαϊμαλιά (παιχνιδάκια) φυλαχτά, σταυρουδάκια, εικονισματάκια κλπ. Ήταν πρακτικό έπιπλο γιατί η μητέρα ή η γιαγιά μπορούσε να το κουνάει με το πόδι της, ή με ένα σχοινάκι από μακριά, καθώς ασχολούταν με άλλες εργασίες της. Αν δεν υπήρχε μπεσίκι μετέτρεπαν τη σκάφη της μπουγάδας σε κρεβατάκι.

Κατά την τοποθέτησή του στο μπεσίκι πρόσεχαν να είναι το παιδί γυρισμένο στο δεξί πλευρό του (για να μην κάνει εμετό στον ύπνο του και πνιγεί).

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ.

Για να πάρει ο ύπνος το παιδί το νανούριζαν με διάφορα γλυκά νανουρίσματα, το γνωστότερο των οποίων είναι το εξής:

 

ΥΠΝΕ

Ύπνε, που παίρνεις τα παιδιά,

έλα πάρε και τούτο!

Εγώ μικρό σου τόδωσα

μεγάλο φέρε μού το!

Μεγάλο σαν τον πλάτανο,

ψηλό σαν κυπαρίσσι

κι οι κλώνοι του ν’ απλώσουνε

σ’ Ανατολή και Δύση.

 

Όταν έπαιρνε ο ύπνος το παιδί, η μάνα ή η γιαγιά το «σταύρωνε» επάνω στο στηθάκι του. Έκανε το σημείο του Σταυρού, ανοιγοκλείοντας την παλάμη του δεξιού χεριού της. Αν το παιδί γελούσε - μειδιούσε στον ύπνο του έλεγαν πως έβλεπε τον Άγγελό του.

 





ΒΡΕΦΟΚΟΜΙΑ

 

 

Πριν από τη βάπτιση δεν έκοβαν τα μαλλιά του παιδιού καθόλου. Μετά από το βάπτισμα τα έκοβαν σύριζα, διότι έπρεπε να φύγουν τα κοιλόμαλλα.

Οι αγρότισσες για τη μεταφορά των μωρών τους στους τόπους της εργασίας τους χρησιμοποιούσαν τη νάκα. (Κομμάτι μάλλινο ύφασμα υφασμένο στον αργαλειό σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, περασμένο κατά τις δύο πλευρές του σε δύο ξύλινα κονταράκια και δεμένο από τις 4 γωνίες του με σχοινί γερό για να φέρεται στον ώμο).

 

ΒΡΕΦΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Τα μωρά προσβάλλονταν από διάφορες ασθένειες οι συνηθέστερες των οποίων ήταν οι εξής:

1)     Το σάγουρο: Το μωρό έβγαζε σπυριά στ’ αυτιά και στο κεφάλι. Θεραπευόταν με πλύσεις με πιτουρόνερο και σαπούνι φαινικού οξέος. Εκτός τούτου έβαζαν και λαχανόφυλλα αλειμμένα με βούτυρο επάνω στα σπυριά.

2)     Οι άφτρες: Το μωρό έβγαζε σπυριά άφθες στο εσωτερικό του στόματος και κυρίως στη γλώσσα. Για τη θεραπεία στούμπιζαν μακιδονίσι (μαϊντανό) (στυπτικό), ανακάτευαν το ζουμί του με μέλι (γλυκαντικό), δίπλωναν το δάχτυλό τους με (πλυμένο και ξασμένο) μαλλί από ρόκα, (ελλείψει βαμβακιού) το άλειφαν με το μίγμα αυτό και «πέρναγαν» το στόμα του παιδιού (έκαναν επαλείψεις).

3)     Παράτριμμα: Το μωρό έβγαζε κοκκινίλες στις μασχάλες του από τον ιδρώτα και στα μπουτάκια του από τα ούρα. Για τη θεραπεία του έβαζαν σκόνη από κηκίδι, ή καφέ (στυπτικό), ή μπομποτάλευρο (πούδρα βιταμινούχος).

4)     Πόνος των αυτιών: Θεραπευόταν με χλιαρό λαδάκι από προσφάτως σβησμένο καντήλι που το έριχναν μέσα στο αυτί.

5)     Η διάρροια: (ευκοίλια). Για τη θεραπεία έδιναν στο μωρό να πιεί αφεψήματα από χαμομήλι, μαντζουράνα, ή δυόσμο (υγρά μαλακτικά). Του έβαζαν ακόμη και ζεστά επιθέματα στην κοιλιά (παυσίπονα).

 





ΒΑΠΤΙΣΗ

 

 

Το αβάπτιστο παιδί το έλεγαν Τουρκόπουλο ή Δρακούλι, Δράκο ή Δρακούλα.

Ο ανάδοχος λέγεται νουνός ή κουμπάρος. Ανάδοχος του πρώτου παιδιού γίνεται ο κουμπάρος που τούς είχε στεφανώσει. Αν το πρώτο παιδί ήταν κορίτσι και το δεύτερο αγόρι, ο κουμπάρος βάπτιζε και το αγόρι, για να συνεχισθεί το κουμπαριό.

Ανάδοχος μπορούσε να γίνει και όποιος ασήμωνε το παιδί, όταν γεννιόταν και έλεγε: «Το παιδί είναι δικό μου». Επίσης όποιος πετούσε πρώτος το μαντήλι του σε βρέφος που ήταν ταμένο στον Άγιο και εναποτεθειμένο προ της εικόνας του στην εκκλησία, ή σε μοναστήρι.

 

ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΑ.

Όσο το παιδί ήταν αβάπτιστο, η μητέρα δεν κοινωνούσε, διότι στο σπίτι τους είχε το Τουρκόπουλο. Για την τέλεση της βάπτισης ο νουνός προσέφερε τα βαπτιστικά, δηλ. δύο πήχες λαδόπανο, δύο πήχες ύφασμα για ένα φουστανάκι και άλλες δύο πήχες για άλλο με διαφορετικό χρώμα. Εκτός τούτων μια σαλιάρα, μια σκούφια, μια πετσέτα, ένα σαπούνι, 100 δράμια λάδι και 4 κεριά (ένα της μαμής, ένα του παιδιού, ένα του παπά και ένα της εκκλησίας).

Από το σπίτι έπαιρνε το παιδί η μαμή και το μετέφερε στην εκκλησία. Οι γονείς δεν πήγαιναν στην εκκλησία, κυρίως η μητέρα. Το είχαν σε κακό. Όταν πρωτόλεγε ο παπάς στην εκκλησία το όνομα του παιδιού, τα πιτσιρίκια της γειτονιάς έτρεχαν στην μητέρα του παιδιού ποιο να της πρωτοπεί το όνομα και να πάρει τα συχαρίκια (χρήματα και γλυκά).

Το πρώτο παιδί, ό,τι κι αν ήταν, έπαιρνε το όνομα των γονέων του πατέρα.

Αν ο κουμπάρος δεν έβαζε κατά το έθιμο το όνομα που είχαν συμφωνήσει με τους γονείς του παιδιού, όταν παρέδιδε το παιδί στη μητέρα, «έτρωγε ένα σκαμπίλι» γι’ αυτό που έκαμε. Παλιότερα, μα και σήμερα ακόμη, δεν έδιναν στους παρισταμένους «φλουράκια» για «μαρτυρικά», αλλά πενταροδεκάρες, τις οποίες πετούσε ψηλά ο κουμπάρος, βγαίνοντας από την εκκλησία και σκορπούσαν. Τότε οι πιτσιρίκοι σκοτωνόταν ποιός να μαζέψει τις πιο πολλές.

Ιδιαίτερα πληρωνόταν το παιδί που έφερνε το ζεστό νερό και τα δύο παιδιά που «έχυναν την κολυμπήθρα». Σκοτωμός γινόταν μεταξύ των παιδιών ποιο να πιάσει το χερούλι της κολυμπήθρας.

 





ΒΑΣΚΑΝΙΑ - ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ

 

Προφυλάσσουν το μωρό από το μάτι (αβασκαμός) βάζοντάς του λίγη μουτζούρα πίσω στο αυτί του ή κρεμώντας του ένα φυλαχτό που περιέχει διάφορα αγιωτικά,

(κάρβουνο, σιτάρι, λιβάνι, βασιλικό από τη γιορτή του Σταυρού) ή φορώντας του ένα σταυρουδάκι. Η μουτζούρα έχει προορισμό να το ασχημίσει κάπως, ώστε να μη το ζηλεύουν οι έχοντες «κακό

μάτι». Όταν το παιδί είχε μάτι, (ήταν ματιασμένο) το πήγαιναν σε γυναίκες που ήξεραν ξόρκια και το ξεμάτιαζαν. Ένα ξόρκιο για το μάτι είναι κι αυτό:

 

ΞΟΡΚΙΟ

Η γυναίκα που ξορκίζει παίρνει μια σκέπη (μαντήλι κεφαλής σκούρο) και τρία σπειριά χοντρό αλάτι. Δένει στη μια γωνιά ένα κόμπο. Βάζει τον αγκώνα της στον κόμπο και μετράει ένα χειροπήχυ και 4 δάκτυλα. Εκεί ακριβώς βάζει το αλάτι. Με το αλάτι έτσι πιασμένο μέσα στο μαντήλι, σταυρώνει στο μέτωπο το παιδί λέγοντας μέσα της τα εξής:

 

Τρείς έμορφες, τρείς λυγερές και τρείς ξανθομαλλούσες,

με σκεπάρνια, με δρεπάνια, να κόψουν το τουμπανόξυλο...

 

Τότε φτύνει κατά γης τρείς φορές και συνεχίζει:

 

Και η κυρά η Παναγιά να πάρει την αβασκανιά!

Ο άνεμος τη φέρνει και ο Χριστός την παίρνει! (τρις)

Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά (τρις).

 

Μετά από το σταύρωμα μετρούσε πάλι το μαντήλι από τον κόμπο με το χειροπήχυ. Αν δεν χωρούσαν τα τέσσερα επιπλέον δάχτυλα, το παιδί ήταν βασκαμένο. Αν χωρούσαν, δεν ήταν.

Μετά ταύτα το αλάτι το πετούσαν έξω από το σπίτι. Αυτό το ξόρκιο γίνεται και σήμερα.

 





ΠΑΙΔΟΠΟΙΪΑ

 

Ο γάμος σε τελευταία ανάλυση είναι η παιδοποιΐα. Για την πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας τους οι νεόνυμφοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον Θεό, προσεύχονται «τάζουν» στους Αγίους

διάφορα είδη του σπιτιού τους (ρούχα, σκεύη, ζώα κ.λ.π.) αφιερώνουν ομοιώματα μικρών παιδιών, λάδι, κεριά κλπ. Η συχνή επανάληψη της διαβεβαίωσης «τα παιδιά είναι του Θεού, δεν είναι από δύναμή μας» μαρτυρεί καθαρά, ότι μόνο η θεία δύναμη τους τα στερεί ή τους τα χαρίζει.

Εκ τούτου και δεν καταφεύγουν πάντοτε, σε περίπτωση ατεκνίας, σε βοτάνια ή ξόρκια. Αν γίνεται και αυτό κάποτε, το κάνουν κάτω από το βάρος της απελπισίας. Μερικές γυναίκες καταφεύγουν στην μαγγανία, όχι διότι πιστεύουν οπωσδήποτε στη δύναμή της, αλλά για να μετατοπίσουν την αιτία

της ατεκνίας σε άλλο χώρο, πέραν της οργανικής παθήσεως, και να μειώσουν έτσι την γενική κοινωνική επίπτωση, προπαντός όμως την οργή της πεθεράς, η οποία πολλάκις γίνεται αφορμή ακουσίως

χωρισμού του ανδρογύνου.

 

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΕΙΡΟΤΗΤΟΣ

Οι στείρες, γυναίκες, στην απελπισία τους, πάντοτε, χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αποκτήσεως τέκνου διάφορα μέσα, τα κυριότερα των οποίων είναι:

1)     «Έριχναν τσάπες» εντόνως ερεθιστικά έμπλαστρα στη «μέση» τους.

2)     Έκαναν τακτική ηλιοθεραπεία.

3)     Έκαναν «αχνόλουτρο» βράζοντας όλα τα χορτάρια της γης, από τα οποία έκοβαν από ένα φυλλαράκι

4)     Τέλος χρησιμοποιούσαν ή ζητούσαν τουλάχιστον συνταγές από τις γύφτισσες, οι οποίες όμως τις κορόιδευαν στα φανερά.

Ένα τέτοιο σχετικό κωμικοτραγικό περιστατικό αφηγούνται στο χωριό: Μια άκληρη γυναίκα κάλεσε δύο γύφτισσες να τις συμβουλευθεί πως θα κάμει παιδί. Αυτές της είπανε:

 

Φέρε μας ένα λεβέτι.

 

Αφού το έφερε, εκείνες την κουκούλωσαν κάτω από δαύτο και τότε ενώ μια γύφτισσα γέμιζε το σακκούλι της με αλεύρι από το αμπάρι της άκληρης, η άλλη βρόνταγε το λεβέτι χτυπώντας το με το χέρι της και έλεγε:

 

Τάγκα - τούγκα το κακάβι (λεβέτι) Τάγκα - τίγκα τίγκωνε

σερνικό παιδί να κάμει. κι αλευροπατίκωνε...

 

Τα δύο πρώτα στιχάκια ήταν για να τ’ ακούει η κουκουλωμένη, τα δύο τελευταία για την άλλη γύφτισσα που έκλεβε τ’ αλεύρι.

 

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΕΚΝΙΑΣ

Στις γυναίκες που ήθελαν να διακόψουν την τεκνοποιΐα προμήθευαν το «άτεκνο χορτάρι». Αυτό φύτρωνε σε ορισμένα μέρη που δεν τα γνώριζαν όλοι, ούτε και το χορτάρι ήταν σ’ όλους γνωστό. Κατά

πόσο έφερνε αποτέλεσμα είναι επίσης άγνωστο! Πάντως χρησιμοποιείτο ευρέως απ’ όλες τις πολύτεκνες γυναίκες τα παλιότερα χρόνια.

 

Β’ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Η έγκυος λέγεται συνήθως, ως γνωστόν, γκαστρωμένη. Χρησιμοποιούντο και οι άλλες εκφράσεις: Έγκυος, σε ενδιαφέρουσα κατάσταση, εγκυμονούσα. Η κατάσταση της «γκαστρωμένης» γυναίκας είναι σεβαστή όχι μόνο από τους οικείους της, αλλά και από όλους τους χωριανούς γενικά. Την προσέχουν και την βοηθούν στις δουλειές

της. Της προσφέρουν θέση να καθήσει στην Εκκλησία, αποφεύγουν να την στενοχωρούν κλπ.

«Έχε χάρη που βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση...»

Είπε κάποιος οργισμένος Δαφναίος σε μια έγκυο που τον έβρισε άδικα.

Όλα αυτά γίνονταν για να προληφθεί ο κίνδυνος αποβολής.

 

ΤΟ ΜΑΤΟΣΤΑΣΙ

Πέρα όμως των ορθών αυτών μέτρων χρησιμοποιούσαν και το μαγικό «Ματοστάσι».

Αφού ήταν ένα δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα (αιματίτης λίθος) που το είχαν μερικές μόνο γυναίκες του χωριού. Το είχαν μόνο τέσσερις στη Δάφνη. Το δανείζεται η γκαστρωμένη και το φορά στο χέρι της μέχρι που να γεννήσει. Λέγεται δε «ματοστάσι» (αιματοστάσι) διότι

σταματά το αίμα. (Των μικρών ή μεγαλυτέρων αιμορραγιών εξ αποκολλήσεως του λακούντος, συνεπεία κοπώσεων - πτώσεων, συγκινήσεων, λακτισμάτων, καχεξίας κ.λπ.).

 

ΠΡΟΓΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ

Για να προσδιορίσουν το φύλο του παιδιού που θα γεννηθεί έκαναν τα εξής:

1)     Έβαζαν επάνω στα κάρβουνα ένα κοκαλάκι από πουλερικό, τη «θηλειά» του πουλιού. Αν αυτή έκλεινε, θα γεννιόταν σερνικό, αν άνοιγε θα γεννιόταν θηλυκό.

2)     Η γκαστρωμένη ή κάποιο άλλο συγγενικό της πρόσωπο παίρνει με τα δόντια της την βέργα από το «αντί» του αργαλειού της και την πετά σ’ ένα σταυροδρόμι. Αν ο πρώτος που θα περάσει από το σταυροδρόμι είναι αρσενικός, θα γεννηθεί σερνικό παιδί, αν περάσει γυναίκα, θα γεννηθεί θηλυκό.

3)     Βάζουν σπόρο από πορτοκάλι επάνω στα κάρβουνα. Αν ο σπόρος σκάσει, θα γεννηθεί σερνικό παιδί, αν δεν σκάσει, θα γεννηθεί θηλυκό.

 

Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ

Οι γκαστρωμένες έχουν προστάτη τους τον Άγιο Ελευθέριο. Την ημέρα της εορτής του εκκλησιάζονται αφού κάνουν και πρόσφορο. Διαφορετικά όμως σκέπτονται για τον Άγιο Συμεών. Κατά την εορτή του οι γκαστρωμένες δεν «αποπιάνονται» με καμιά δουλειά, γιατί πίστευαν στην πρόληψη πως το παιδί θα γεννιόταν «σημειωμένο». Ποια σχέση έχει ο Συμεών ο Θεοδόχος με τα σημαδιακά (ανάπηρα) άγνωστο. Τέλος, οι γκαστρωμένες απόφευγαν κάθε συγκίνηση από τον φόβο της αποβολής. Δεν πηγαίνουν στις κηδείες ούτε των πιο στενών συγγενών τους.

 

ΕΥΧΕΣ

Στην γκαστρωμένη όλοι δίνουν μια από τις ευχές:

-          Καλή λευτεριά.

-          Η ώρα η καλή.

-          Μ’ έναν γιό.

-          Μ’ ένα γερό παιδί.

 

Ο ΤΟΚΕΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤ’ ΑΥΤΟΝ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Όταν έπιαναν οι πόνοι τη γκαστρωμένη γυναίκα, καλούσαν στο σπίτι τη μαμή, η οποία την παρακολουθούσε από νωρίς και είχε σχετική επαγρύπνηση περί της ημέρας του τοκετού. Τα παλιότερα χρόνια εδώ ήταν περί τις 6 ανεγνωρισμένες έμπειρες μαμές.

 

Η ΜΑΜΗ

Όταν η μαμή έμπαινε στην πόρτα του σπιτιού έλεγε:

 

«Λαλάδες περνάνε, τομάρια σπάνε».

 

Αυτό έχει την έννοια να γλιστρήσει εύκολα το παιδί στον τοκετό, σαν να ήταν μέσα σε λάδι

και να μην υποφέρει η γυναίκα. Κατόπιν άλειφε τα χέρια της με λάδι καθαρό και πέρναγε την

γέννα της γυναίκας, η οποία στεκόταν συνήθως γονατιστή στο κρεβάτι και αγωνιζόταν να γεννήσει. Όταν παρουσιαζόταν δυστοκία, οι μαμές έβραζαν φύλλα βαγιάς μαζί με ρίγανη (που έχουν αιθέρια έλαια) και την αχνίζανε στη γέννα.

 

ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ (ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ ΤΟΥ ΕΜΒΡΥΟΥ)

Αφού γεννιόταν το παιδί, μετά από λίγο έπεφτε το «ύστερο». Αν το ύστερο αργούσε να πέσει, τότε η μαμή έδινε στη λεχώνα μια άδεια μπουκάλα να την φυσά από το στόμιο με δύναμη. Με το ζόρισμα του φυσήματος, το ύστερο εξωθείτο δια της αυξημένης ενδοκοιλιακής πίεσης και έπεφτε.

 

ΤΟΝΩΤΙΚΑ

Μετά από αυτό βράζουν κρασί στο οποίο ρίχνουν και μιά ή δύο κουταλιές λάδι και το δίνουν στη λεχώνα να το πιεί για... να καθαρίσει από τα υπολείμματα του τοκετού, ενώ πρόκειται περί λίαν τονωτικού και θερμαντικού ποτού μετά την εξάντληση της γυναίκας εκ του

τοκετού. Ακολουθούσε το φαγητό της λεχώνας από χυλοπίττες (είδος χειροποίητου φιδέ). Πρόκειται μάλλον για δεύτερο ρόφημα ελαφρότερο αλλά εξίσου θερμαντικό, διότι έριχναν μέσα και κρασί.

 

 

ΤΕΧΝΗΤΗ ΑΝΑΠΝΟΗ

Αν καμιά φορά το παιδί γεννιόταν μελανιασμένο (μαυροκόκκινο) και δεν έδινε σημεία ζωής, τότε έσπαζαν αυγά και με το ολισθηρό ασπράδι τα άλειφαν, τρίβοντας συγχρόνως το σώμα του παιδιού για να δημιουργήσουν υπεραιμία.

 

Ο ΑΦΑΛΟΣ.

Αφού όλα πήγαιναν καλά, η μαμή «έκοβε τον αφαλό» (τον ομφάλιο λώρο) του παιδιού μετρώντας 4 δάχτυλα από τη βάση του και κατόπιν τον έδενε κόμπο. Αφού τον έδενε καλά, έριχνε επάνω στην τομή σκόνη από καφέ, ή αραποσιτάλευρο ή σκόνη από κικίδι (παράσιτο της βελανιδιάς) για να ψηθεί (στυπτικά και αιμοστατικά).

Ακολουθούσε το πλύσιμο του παιδιού με χλιαρό νερό και σαπούνι.

 

ΤΟ ΑΠΑΛΟ.

Κατόπιν έβρεχαν λίγο βαμβάκι με κρασί, του έριχναν και αλάτι και το βάζανε στο απαλό του (στην πρόσθια μεγάλη «πηγή» του κρανίου, λίγο πιο επάνω από το μέτωπο του παιδιού).

 

ΣΠΑΡΓΑΝΑ.

Τέλος το έντυναν με «πάνινα» βαμπακερά ρουχαλάκια και το σπαργάνωναν με μάλλινη υφαντή σπαργανίδα, την οποία έδεναν γύρω-γύρω στο σώμα του με τη φασκιά (ταινία πλεχτή από απαλό νήμα από μαλλί προβάτου). (Προβατόμαλλο).

 

Η λεχώνα βάζει επί 3-4 βράδια στο μαξιλάρι της μιτάρια του αργαλειού (το ειδικό πλέγμα διαπλοκής - μιτώσεως υφαδιού και στιμονιού που το χρησιμοποιούν στους αργαλειούς). Τούτο, διότι το «ανάποδο πλέξιμο» των μιταριών προλαβαίνει ή εμποδίζει τον ερχομό του

κακού στη λεχώνα και στο παιδί. Άλλες τα κρατούσαν τα μιτάρια στην θέση αυτή επί 40 ημέρες.

 

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ - ΔΩΡΑ.

Επισκέψεις στο σπίτι της λεχώνας γίνονταν μόνο μέχρι το σούρουπο. Μετά δεν άνοιγαν την πόρτα. (Δι’ ανάπαυση και ησυχία της προφανώς, αλλά και για τα «αερικά»).

 

ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ.

Το τρίτο βράδυ μετά την γέννηση περιμένουν να έλθουν οι Μοίρες, να μοιράνουν το παιδί (να καθορίσουν τη ζωή του). Για το βράδυ εκείνο η μητέρα καρφιτσώνει διάφορα χρυσαφικά επάνω στα ρουχαλάκια του μωρού, να τα εύρουν, να ευχαριστηθούν οι Μοίρες και να τις έχουν ευνοϊκές. Οι συγγενείς και γνωστοί της λεχώνας την επισκέπτονται φέροντες

διάφορα λεχωνικά (δώρα). Ήταν συνήθως εκλεκτές χυλοπίτες φτιαστές, κότες, κρασί, κουραμπιέδες, χαλβάς σπιτικός, φρούτα κλπ. Όποιος θέλει «ασημώνει» και το παιδί, συνήθως οι πάπποι, ο κουμπάρος, οι στενοί συγγενείς και φίλοι, βάζουν δηλαδή μέσα στα ρούχα του νομίσματα, αντί για τα ως άνω δώρα.

 

Η ΛΕΧΩ

Η λεχώνα, αν δεν σαραντίσει, δεν της επιτρέπεται να κάμει καμιά επίσκεψη, διότι τόχουν σε κακό. (Σκοροτρώνε τα ρούχα, δεν πάνε καλά οι δουλειές του σπιτιού, φέρνει διχόνοια στο αντρόγυνο κλπ.). Στις 40 ημέρες, αφού πλύνει όλα της τα (καινούργια πάντα), μαλλινόρουχα που χρησιμοποίησε στη λεχωνιά της και πλυθεί και η ίδια πολύ καλά, παίρνει το βρέφος και πηγαίνει στην εκκλησία. Αν έχει κορίτσι και θέλει το επόμενο να γεννηθεί αγόρι, παίρνει συνοδό μαζί της ένα αγόρι, που να έχει όμως τους γονείς του στη ζωή. Αν η λεχώνα, πριν σαραντίσει κάνει επίσκεψη σε ξένο σπίτι, πρέπει να πιασθεί από σιδερικό, έστω από ζεμπερέκι της πόρτας (πετούγια), για να μην γρουσουζέψει το σπίτι. Αν δεν έχει γάλα αρκετό, της δίνουν να πίνει άφθονα ρευστά φαγητά (χυλοπίτες, χόρτα, σούπες, ζουμί από βραστή κότα κλπ.).

Όταν πάλι η μητέρα από το πολύ και παχύ γάλα έχει απόφραξη των εκφορητικών πόρων του μαστού και δεν μπορεί το βρέφος να το τραβήξει, τότε βάζουν ένα μεγαλύτερο παιδί να βυζάξει για να ξεκινήσει το γάλα μαλακά και να ανακουφισθεί η γυναίκα. Αν δεν έχει καθόλου γάλα της βρίσκουν το γαλόχορτο, ένα βότανο το οποίο βράζουν και το ζουμί πηγαίνει στη γειτονική της βρύση για να το πίνει εκεί, ως γαλακτοφορητικό (ώστε να τρέχει το γάλα της άφθονο σαν το νερό της βρύσης).

Όταν παρ’ όλα ταύτα η μητέρα δεν είχε καθόλου γάλα, έφτιαχναν έναν αραιό χυλό από σιταράλευρο, στον οποίο έριχναν και λίγο λάδι. Γινόταν ένα είδος αραιάς κρέμας, την οποία έριχναν στο μπουκάλι με τη ρόγα και την θήλαζε το παιδί.

 





ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

 

 

Ως προστάτη των κοπαδιών τους και οι τσοπάνηδές μας έχουν τον Άγιο Μάμα, τον οποίο παραδέχονται ως γιατρό των προβάτων. Στη γιορτή του, στις 2 Σεπτεμβρίου, φτιάχνουν πρόσφορα και εκκλησιάζονται.

Ακόμη, αν καμιά φορά αρρώσταιναν τα πρόβατα πήγαιναν στην ερειπωμένη εκκλησία του, που βρίσκεται κατάκορφα στο ομώνυμο βουνό μας και αφού έκαναν μια προσευχή και 40 μετάνοιες, έπαιρναν χώμα από τον χώρο της εκκλησίας του, το διέλυαν σε νερό και πότιζαν τ’ άρρωστα πρόβατα για να γιάνουν

.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

Το μοναδικό μουσικό όργανο με το οποίο οι βοσκοί μας σκοτώνουν την μοναξιά τους, γυρίζοντας τα βουνά και τις ερημιές του τόπου μας, είναι η φλογέρα ή ντζουρλάς.

Είναι ένα κομμάτι καλάμι επάνω στο οποίο έχουν κάμει, με πυρακτωμένο καρφί, 6 τρύπες από εμπρός και μία στο κάτω και πίσω μέρος.

Όταν ο τσοπάνης παίζει με τέχνη τον ντζουρλά του, το κοπάδι μαζεύεται γύρω του και δείχνει ότι ευχαριστιέται να ακούει. Πολλά πρόβατα, όπως διηγούνται τσοπάνηδες πηδούν, όταν ακούν τραγούδια με τον ντζουρλά.

Τα πιο χαρακτηριστικά βλάχικα τραγούδια του τόπου μας είναι τα εξής:

 

ΔΕΝ ΣΤΟ ’ΠΑ ’ΓΩ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ

Δε στο ’πα γώ, μανούλα μου, του βλάχου μη με δώσεις;

Του βλάχου του παλιόβλαχου, του παλιογιδολόγου.

Πού κάνει μήνους στα βουνά, και ξάμηνα στους κάμπους

και γώ κοιμάμαι μοναχή, σαν το λαγό στη φτέρη.

Παίρνω τη ρόκα μ’ αγκαλιά, τ’ αδράχτι μου στο χέρι,

και το γιουρτί μου κούκουλα, όσο να ξημερώσει.

 

ΜΙΑ ΜΑΝΑ ΒΛΑΧΑ ΚΑΘΕΤΑΙ

Μια μάνα βλάχα κάθεται, σ’ ένα μαύρο λιθάρι,

μοιρολογούσε πόχασε, το γιό της παλικάρι:

Μ’ αρρώστησαν τα πρόβατα, μαλώνουν τα κριάρια.

 

ΧΑΡΑ ΜΕΓΑΛΗ ΓΙΝΕΤΑΙ

Χαρά μεγάλη γίνεται, στα βλάχικα καλύβια.

Οι βλάχοι κάνουν μια χαρά, παντρεύουνε τη Λάμπρω.

Της δίνουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια.

ΒΛΑ... ΜΩΡΕ... ΒΛΑΧΑ Μ’

 Βλά - μωρέ - βλάχα μ’, τι είσαι πικραμένη;

Βλάχα μ’ τι ’σαι πικραμένη και πολύ βαλαντωμένη;

 Τι -μωρέ- τι καλό ’χω, η κακομοίρα,

τι καλό ’χω η κακομοίρα, με ’ναν πατσαλιά που πήρα!...

Τα -μωρέ- τα τσαρούχια του στη φράχτη,

τα τσαρούχια του στη φράχτη και τα πόδια του στη στάχτη.

Το -μωρέ- το γαϊδούρι με το σπόρο,

το γαϊδούρι με το σπόρο, τ’ αλησμόνησε στο δρόμο...

 

ΤΣΟΠΑΝΑΚΟΣ ΗΜΟΥΝΑ

Τσοπανάκος ήμουνα, Κι έκοψα μια καλαμίτσα

προβατάκια φύλαγα, και την κάνω φλογερίτσα!

μα δε φύλαγα πολλά, Κι έκατσα και λάλησα

καμιά πεντακοσαριά!... και γλυκοκελάδησα!...

Τάρμεγα, τα πότιζα Μ’ άκουσε βασίλισσα

και στο στάλο τά ’βαζα! και βασιλοπούλισσα...

Και τα νυχτοβόσκαγα ― Τι ’ναι κείνο, που λαλεί,

πάνω σε μια καλαμίτσα! σαν αηδόνι σαν πουλί!

 Είν’ ο βλάχος που λαλεί,

σαν αηδόνι σαν πουλί!...

 

ΠΕΘΑΝΕ Ο ΒΛΑΧΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ

Πέθανε ο βλάχος πέθανε, Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί

μέσα στο γιδομάντρι, τα πρόβατα στη στρούγκα.

τι θα γένω τώρα ’γώ η μαύρη!; κι η Χρύσω δεν εφάνη,

να ροβολάει στη στάνη.

Τα πρόβατα ρημάξανε

και τα βουνά στενάξανε Ρωτάτε τους τσοπάνηδες

κι εγώ η δόλια η ορφανή, και τους τσοπαναρέους

πώς θα περάσω μοναχή! ― Μην είδανε τη Χρυσαυγή

την Χρύσω την καημένη!...

 

ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΒΛΑΧΑ Η ΕΜΜΟΡΦΗ

Εγώ ’μαι η βλάχα η έμμορφη, ― Εχθές προχτές την είδαμε,

η βλάχα η παινεμένη, στα βλάχικα καλύβια

πόχω τα χίλια πρόβατα, και την ποτίζανε κρασί,

τα πεντακόσια γίδια. κρασί με δυό κανάτες.

Λύκος να φάει τα πρόβατα

λύκος να φάει τα γίδια

να μείνει η βλάχα μοναχή.